Σήμερα συμπληρώνονται ακριβώς 100 χρόνια από τη γέννηση του Μάιλς Ντέιβις (Miles Davis) και η επέτειος αυτή αποτελεί την ιδανική αφορμή για να στρέψουμε το βλέμμα στον άνθρωπο πίσω από τον παγκόσμιο μύθο. Ο Μάιλς δεν άλλαξε απλώς την πορεία της τζαζ· την επαναπροσδιόρισε ριζικά, οδηγώντας την σε νέα μονοπάτια κάθε φορά που το κοινό πίστευε ότι είχε φτάσει στο απόγειό της. Πίσω όμως από την εικόνα με το αδιαπέραστο βλέμμα, τα πανάκριβα κοστούμια και την επιβλητική, σχεδόν απειλητική σιωπή, κρυβόταν μια προσωπικότητα σε διαρκή αναζήτηση, γεμάτη εσωτερικές αντιφάσεις, ανεξέλεγκτο πάθος και μια βαθιά, καλά κρυμμένη ευαλωτότητα.
Γεννημένος
στο Ιλινόις στις 26 Μαΐου 1926, ο Μάιλς μεγάλωσε σε μια μεσοαστική οικογένεια,
γεγονός που του έδωσε τα εφόδια να σπουδάσει, αλλά δεν τον προστάτευσε από τον
σκληρό ρατσισμό της αμερικανικής κοινωνίας. Αυτή η πρώιμη εμπειρία της αδικίας
διαμόρφωσε τον αμυντικό, περήφανο και συχνά επιθετικό χαρακτήρα του. Από τη
στιγμή που έπιασε την τρομπέτα στα χέρια του, αρνήθηκε να συμβιβαστεί με την
ασφάλεια του οικείου. Από το εκρηκτικό μπίμποπ της δεκαετίας του '40 δίπλα στον
Τσάρλι Πάρκερ, πέρασε στο cool jazz, εξερεύνησε το modal jazz και τελικά
γέννησε το jazz-fusion στα τέλη της δεκαετίας του '60. Ο Ντέιβις προχωρούσε
πάντα μπροστά, καταστρέφοντας το ίδιο του το παρελθόν χωρίς ίχνος νοσταλγίας.
«Πρέπει να αλλάζεις, φίλε, η μουσική είναι σαν τον ηλεκτρισμό», συνήθιζε να
λέει, αποδεικνύοντας ότι η στατικότητα για εκείνον ισοδυναμούσε με καλλιτεχνικό
θάνατο.
Η
Φωνή της Τρομπέτας
Αυτή η εσωτερική στροφή δεν ήταν τυχαία. Όταν ο Μάιλς ξεκίνησε να παίζει στη Νέα Υόρκη, συνειδητοποίησε γρήγορα ότι δεν μπορούσε να ανταγωνιστεί την ταχύτητα και τις υψηλές νότες του Ντίζι Γκιλέσπι. Αντί λοιπόν να τον αντιγράψει, επέλεξε να εφεύρει έναν δικό του δρόμο. Εστίασε στο μεσαίο ρετζίστρο του οργάνου, εκεί όπου ο ήχος είναι πιο ζεστός, πιο ανθρώπινος και πιο κοντά στον τόνο της ομιλίας.
Η ίδια η τρομπέτα του έγινε η καθαρή προέκταση της ανθρώπινης φωνής του. Σε αντίθεση με άλλους δεξιοτέχνες της εποχής, ο Μάιλς δεν επιδίωκε την ταχύτητα ή την επίδειξη τεχνικής. Αντίθετα, ο ήχος του χαρακτηριζόταν από μια σπάνια εσωτερικότητα και μελαγχολία, σαν ένας ψίθυρος που αντηχεί σε ένα σκοτεινό, άδειο δωμάτιο. Το μεγαλύτερο προτέρημά του ήταν η διαχείριση της σιωπής· ήξερε πότε να μην παίξει, δίνοντας σε κάθε νότα ένα ασήκωτο βάρος και έναν συγκεκριμένο υπαρξιακό σκοπό. Η χρήση της σουρντίνας (Harmon mute) έγινε το σήμα κατατεθέν του, δημιουργώντας μια υποβλητική, «ραγισμένη» ατμόσφαιρα που εξέφραζε όλη την εσωτερική του μοναξιά.
Αυτός
ο μοναδικός ήχος καθρέφτιζε απόλυτα την προσωπικότητά του. Υπήρξε άνθρωπος
δύσκολος, κυκλοθυμικός, συχνά απόμακρος και εκρηκτικός με τους συνεργάτες του.
Η διαβόητη συνήθειά του να γυρίζει την πλάτη στο κοινό κατά τη διάρκεια των
συναυλιών παρεξηγήθηκε από πολλούς ως σνομπισμός ή ασέβεια. Στην
πραγματικότητα, ήταν η δική του ανάγκη να απομονωθεί από το περιβάλλον, καθώς η
μουσική απαιτούσε την απόλυτη, σχεδόν θρησκευτική προσήλωσή του στο συγκρότημα.
Η
Κληρονομιά του Ανθρώπου
Ο Μάιλς πάλεψε σκληρά με τους δικούς του δαίμονες σε όλη του τη ζωή. Ήρθε αντιμέτωπος με τον άγριο ρατσισμό της αστυνομίας, βυθίστηκε για χρόνια στον εφιάλτη της εξάρτησης από την ηρωίνη και το αλκοόλ, και είδε το ίδιο του το σώμα να τον προδίδει επανειλημμένα με σοβαρά προβλήματα υγείας. Παρά τις πτώσεις, όμως, έβρισκε πάντα τη δύναμη να αναγεννηθεί από τις στάχτες του, μετατρέποντας τον πόνο σε τέχνη.
Παράλληλα με τη μουσική, ο Ντέιβις ήταν ένας άνθρωπος με έντονο οπτικό αισθητήριο. Σταδιακά διοχέτευσε την ενέργειά του και στη ζωγραφική, δημιουργώντας αφηρημένα έργα γεμάτα έντονα χρώματα, που έμοιαζαν με προέκταση των αυτοσχεδιασμών του. Για εκείνον, η τέχνη δεν είχε στεγανά· ήταν μια διαρκής προσπάθεια να εξωτερικεύσει την ένταση που έκρυβε μέσα του, είτε κρατούσε ένα πινέλο είτε την τρομπέτα του.
Το μνημειώδες άλμπουμ του, Kind of Blue (1959), παραμένει μέχρι σήμερα ο πιο αναγνωρίσιμος και ευπώλητος δίσκος στην ιστορία της τζαζ, μια ζωντανή απόδειξη ότι η μουσική του κατάφερε να αγγίξει κάτι το καθολικά ανθρώπινο και διαχρονικό. Έναν αιώνα μετά τη γέννησή του, ο Μάιλς Ντέιβις δεν μνημονεύεται απλώς ως ένας σπουδαίος τρομπετίστας, αλλά ως ένας ασυμβίβαστος δημιουργός που έζησε και πέθανε με τους δικούς του, απόλυτους όρους, αφήνοντας πίσω του έναν ήχο που συνεχίζει να συγκινεί, να εμπνέει και να συντροφεύει τις βαθύτερες μοναξιές των ανθρώπων.