Ο μουσικός Subheim, Έλληνας που ζει στο Βερολίνο, συνθέτει βαθιά ηλεκτρονική μουσική με φυσικά όργανα. Το έργο του είναι ένας συνδυασμός από ηχογραφήσεις φυσικών ήχων, αργούς ρυθμούς τυμπάνων, υπνωτικές μελωδίες και φωνές με αντίλαλο.
Αντλεί έμπνευση από πολλά είδη —από ατμοσφαιρική και πειραματική μουσική μέχρι πιο ρυθμικούς και μελαγχολικούς ήχους— δημιουργώντας ταξίδια φτιαγμένα για κρύες νύχτες, για μεγάλες διαδρομές με το τρένο, για να βυθίζεται κανείς μέσα τους κατά τη διάρκεια ή μετά την καταιγίδα, για τους άυπνους και τους μοναχικούς.
S U P E R N O V A
Ήμασταν πολύ ψηλά, μέσα σ’ ένα πελώριο γυάλινο κουτί. Μπορεί και να ήταν ο τελευταίος όροφος.
Αργά το απόγευμα, κουρασμένος πια δεν άκουγα τί έλεγαν οι γύρω μου. Δε με ένοιαζε πια. Κοίταξα έξω απ’ τo γυάλινο τοίχο νιώθοντας μια ακατανόητη μελαγχολία. Η βροχή έδερνε τα τζάμια ανελέητα. Έβρεχε ασταμάτητα εδώ και τρεις μέρες. Αναρωτήθηκα ποιός είμαι. Άραγε αυτό που βλέπουν οι άλλοι πόσο να μοιάζει με το μέσα μου;
Από εδώ ψηλά μπορείς να δεις όλη την πλατεία. Τα μεγάλα άχρωμα κτίρια με τις μυτερές κεραίες, τις φωτεινές επιγραφές, τα αυτοκίνητα. Το μοναδικό ζωηρό στοιχείο μέσα στο τετραγωνισμένο χειμωνιάτικο τοπίο ήταν οι διαφημιστικές πινακίδες.
Φαντάστηκα πώς θα ήταν να μπορούσα να πετάξω ανάμεσα στους ουρανοξύστες, δίπλα από τα υποφωτισμένα γραφεία που μέσα τους ζωές και όνειρα μεταμορφώνονται σε καριέρες και νέα θέλω.
Είδα τους ανθρώπους μικροσκοπικούς κάτω απ’ τις ομπρέλες τους να τρέχουν, σαν μια ακαθόριστη μάζα. Σκέφτηκα τί ανεκπλήρωτες επιθυμίες να έχει ο καθένας στην ψυχή του. Και εγώ ένας απ’ αυτούς.
Πόσες φορές σκέφτηκα να φύγω κάπου μακριά, σε μια πόλη γεμάτη χρώματα. Χωρίς σχέδιο, χωρίς κατεύθυνση.
Και όμως δεν έφυγα. Συνέχισα να περιμένω εδώ. Κάτω απ’ το γκρίζο.
Φ Α Ν Τ Α Σ Μ Α Τ Α
Πάνω απ’ την πόλη μου
πλανάσαι σαν φάντασμα
ήρθες να δεις τι φτιάχνω εδώ κάτω
ένα δωμάτιο να χτίζω άρχισα
είναι λίγο μα είναι κάτι.
Όποτε έρχεσαι, νιώθω μια θάλασσα
ορμητικά ζητιανεύει δάκρυα
δε φταις εσύ όμως
φταίω εγώ
που δεν είπα αντίο.
Και σαν μες στο όνειρο
νιώθω πώς ξύπνησα
και εικόνα μου, σου έλεγα
πως με επισκέφτηκε εκείνος.
Μα σαν στ’αλήθεια κατόρθωσα και ξύπνησα
είδα και εσύ είχες φύγει
για πάντα.
Διπλή η απώλεια τώρα μέσα μου
είναι άραγε ο πόνος
ή η μνήμη που σε μένα σας φέρνει;
Ή μην είναι αλήθεια
αυτά που λένε οι μικροί άνθρωποι;
Ότι είστε εκεί έξω
και με βλέπετε από μιαν άκρη.
Π Ο Ρ Φ Υ Ρ Η Ε Ρ Η Μ Ο Σ
Το δωμάτιό μου έχει δύο παράθυρα. Το ένα βλέπει στο διπλανό διαμέρισμα. Μπορώ να δω τους ανθρώπους που ζουν εκεί μα εκείνοι δε με βλέπουν. Ξέρω τα ονόματά τους και τις συνήθειες τους αλλά τίποτα περισσότερο. Είναι πάντα χαρούμενοι. Ζωγραφίζουν ωραίες εικόνες, παίζουν μουσική. Κάποιες φορές τους καλώ αλλά δεν μπορούν να με ακούσουν.
Όταν κοιτάζω έξω απ’ το άλλο παράθυρο, βλέπω μια αχανή πορφυρή έρημο με ένα μαύρο ουρανό και έναν τεράστιο κατακόκκινο ήλιο που δε δύει ποτέ. Δεν είναι μέρα αλλά ούτε και νύχτα. Στην καρδιά της βρίσκεται ένα αρχαίο δέντρο, γυμνό χωρίς φύλλα. Το δέντρο αυτό φαίνεται να είναι το μοναδικό ζωντανό πράγμα σ’αυτό το ατελείωτο αμμώδες τοπίο. Κινείται αδιάκοπα, μεταμορφώνεται, αλλάζει σχήματα και μεγέθη.
Φοβάμαι αυτό που κρύβεται εκεί έξω αλλά μια αόρατη φωνή με καλεί να το εξερευνήσω.
Προσπαθώ για τελευταία φορά να μιλήσω στους ανθρώπους που βρίσκονται πίσω απ’ τη διάφανη επιφάνεια που μας χωρίζει αλλά μάταια. Είναι σα να ζούμε σε δύο παράλληλους κόσμους που δεν συμπίπτουν ποτέ.
Αποφασίζω να φύγω, περνώντας μέσα από το παράθυρο. Το γυαλί μετασχηματίζεται σε μια ελαστική μεμβράνη που μου επιτρέπει να βρεθώ στην άλλη πλευρά. Για πρώτη φορά πατάω στην κόκκινη άμμο. Είναι πυκνή και μαλακή, μα τα πόδια μου δε βουλιάζουν.
Περπατάω αργά και σταθερά προς το δέντρο, που τώρα δονείται πιό δυνατά από ποτέ. Έχει γίνει θηριώδες, μα ταυτόχρονα το νέο αυτό σύμπαν διαστέλλεται για να το χωρέσει. Όλα είναι ρευστά, σαν ένας φρεσκοβαμμένος πίνακας σε μηδενική βαρύτητα, με τη μπογιά να ξεχειλίζει και να τρέχει παχύρευστη προς όλες τις κατευθύνσεις πάνω σε έναν πολυδιάστατο καμβά. Το κλαδιά έρχονται προς το μέρος μου, με περικυκλώνουν καθώς συνεχίζω να πλησιάζω. Το περιβάλλον είναι άγριο. Ένας απαλός άνεμος φυσάει αδιάκοπα. Όλα μοιάζουν εξωγήινα μα ταυτόχρονα γνώριμα, σα να ήθελα από πάντα να βρεθώ εδώ.
Κοιτάζοντας πίσω μου για τελευταία φορά, η πόλη δεν υπάρχει πια ούτε οποιαδήποτε αίσθηση κοινωνίας οργανωμένης από ανθρώπους. Μαζί με την προηγούμενη ζωή μου έχει πια χαθεί και κάθε ίχνος φόβου ή δισταγμού. Το δωμάτιό μου είναι πλέον πολύ μακριά για να επιστρέψω. Υπάρχει μόνο μια κατεύθυνση. Ευθεία μπροστά. Μέσα στην κόκκινη έρημο.
Κ Ο Ρ Η
Ξεκινήσαμε μαζί, χωρίς σχέδιο. Ένα τροπικό δάσος απλωνόταν γύρω μας. Η βροχή συνέχιζε να πέφτει αλλά τα ψηλά δέντρα μας προστάτευαν. Σαν γιγαντιαίες ξύλινες βελόνες, σχημάτιζαν ένα προστατευτικό πλέγμα γύρω από τα πλάσματα της γης.
Ήμασταν δύο προϊστορικοί κοσμοναύτες με διαφορετικές αφετηρίες και κοινό προορισμό. Το περιβάλλον ήταν μια αχανής ζούγκλα γεμάτη πυκνή βλάστηση που είχε καταπιεί τον κόσμο που γνώριζα. Ένιωθα δυνατός μα γερασμένος.
Δεν ήξερα που πηγαίναμε αλλά δεν είχε και σημασία. Ένα φως που άλλαζε χρώματα κάθε τόσο μας έδειχνε το επόμενο μονοπάτι καθώς περνούσαμε από τη μία εποχή στην επόμενη με ασύλληπτη ταχύτητα. Σαν κομήτες που ταξιδεύουν μέσα από γαλαξίες και αστρικούς σχηματισμούς. Αόρατη ενέργεια έρεε παντού γύρω μας.
Έτσι όπως άλλαζαν οι εποχές αστραπιαία, άλλαζε και εκείνη μορφές. Έγινε σύντροφος. Φίλη. Κόρη. Μητέρα.
Ένιωσα μικρός. Τόσο μικρός που μπόρεσα ολόκληρος να χωρέσω στην αγκαλιά της. Μόνο που δεν ήταν πια φτιαγμένη από γήινη ύλη.






