Παρακάτω μάζεψα σε μια ανάρτηση τρείς Ραδιοφωνικές εκπομπές του Γιώργου Χρονά και μια του Θάνου Σταθόπουλου αφιερωμένες στον Νικο Αλέξη Ασλάνογλου
Ραδιοφωνική εκπομπή
ΠΡΟΣΩΠΑ του Γιώργου Χρονά για το Δεύτερο Πρόγραμμα. Πρώτη μετάδοση 1982. ο ποιητής
Νίκος Αλέξης Ασλάνογλουπαραχωρεί την
πρώτη τουραδιοφωνική συνέντευξη, Διαβάζει ποιήματά του και αυτοπαρουσιάζεται.
Θάνος Σταθόπουλος, Ραδιοφωνική Εκπομπή Flores para los muertos, Τρίτο
Πρόγραμμα. Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου - Νοσοκομείο Εκστρατείας.
Ραδιοφωνική εκπομπή του Γιώργου Χρονά για το Πρώτο Πρόγραμμα με τίτλο Χάρτινη Εξέδρα.
Πρώτη μετάδοση 1991.
Ραδιοφωνική Εκπομπή του Γιώργου Χρονά για το Τρίτο Πρόγραμμα με τίτλο Ξενοδοχείο
Βαλκάνια. Πρώτη μετάδοση 26 Δεκεμβρίου
2004.
Η
ΟΔΥΣΣΕΙΑ του Νίκου Καζαντζάκη αφηγείται τις περιπέτειες και τα ταξίδια του
Οδυσσέα αφ’ ότου επέστρεψε στην Ιθάκη, και μετά έφυγε ξανά, μέχρι τον θάνατό
του στον Νότιο Παγωμένο Ωκεανό.
Η
πρώτη ομοιότυπη έκδοση της Οδύσσειας του 1938, σε 3.000
αντίτυπα, σφραγισμένα, αριθμημένα και υπογεγραμμένα από τον Εκδότη. 33.333
στίχοι, με τις περιπέτειες, φυσικές και πνευματικές, και τα ταξίδια τού Οδυσσέα
αφ’ ότου επέστρεψε στην Ιθάκη και έφυγε ξανά, μέχρι τον θάνατό του στον Νότιο
Παγωμένο Ωκεανό. Περιλαμβάνεται Επίμετρο με χειρόγραφα του ποιητή (Ιστορικό
γραφής τού Έπους, Περίληψή του και στίχοι από την τρίτη –από τις επτά συνολικά–
γραφή), καθώς και ένθετο Λεξιλόγιο, καταρτισμένο από τον ίδιο τον
δημιουργό. Μια μνημειώδης συλλεκτική έκδοση, φόρος τιμής στον οικουμενικό μας
συγγραφέα και στο Έργο ζωής του.
Η ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΤΟΥ
ΝΙΚΟΥ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ
«Πρέπει
να φροντίσω το κορμί μου, αλλιώς αυτό το έργο θα με ρίξει καταγής», έγραψε για
την ΟΔΥΣΣΕΙΑ του των 33.333 στίχων ο Νίκος Καζαντζάκης. Αυτό το έργο
ζωής τού οικουμενικού μας συγγραφέα (15.000 ώρες, τουλάχιστον, αφιέρωσε στις
επτά γραφές της) «ανασταίνεται» τώρα ακριβώς όπως πρωτοεξεδόθη το 1938,
χάρη στην πρώτη ομοιότυπη τού 1938 έκδοσή του από τον Εκδότη μας και θετό γιο
τής Ελένης Ν. Καζαντζάκη Δρα Πάτροκλο Σταύρου.
Η
έκδοση του 1938 έγινε σε 301 αντίτυπα, 24 με ένα γράμμα τού αλφαβήτου στο
καθένα (Α-Ω) και άλλα 277 με αρίθμηση (1-277). Όλα τα αντίτυπα υπεγράφησαν τότε
από τον ποιητή. Η συλλεκτική ομοιότυπη έκδοσή μας, την οποία
παρουσιάσαμε επισήμως στο Μουσείο Μπενάκη στις 22.2.2006, κυκλοφορεί σε 3.000
–σφραγισμένα, αριθμημένα και υπογεγραμμένα από τον Εκδότη-Επιμελητή– αντίτυπα.
Μαζί της, κυκλοφορεί ως ένθετο, επίσης ομοιότυπο, το δεκασέλιδο ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ
ΤΗΣ ΟΔΥΣΣΕΙΑΣ, που κατάρτισε ο ίδιος ο Νίκος Καζαντζάκης. Στο τέλος τού Έργου
προσθέσαμε ΕΠΙΜΕΤΡΟ, με σχετικά χειρόγραφα (Ιστορικό γραφής τής
ΟΔΥΣΕΙΑΣ, Περίληψή της και 12 στίχοι τού Προλόγου της, από την γ΄ γραφή) του
ποιητή, ο οποίος έκανε επτά γραφές τής ΟΔΥΣΣΕΙΑΣ μέχρι να καταλήξει στην τελική
μορφή της.
Το
βιβλίο έχει μεγάλες διαστάσεις (περίπου 35,5 cm × 25,5 cm,
ζυγίζει 4,6 kg) και σκληρό πανόδετο εξώφυλλο και είναι τοποθετημένο σε,
επίσης πανόδετο (ιδίου με το εξώφυλλο χρώματος και υλικού) κουτί-θήκη.
Πρόκειται για πολυτελή έκδοση, που χαρακτηρίστηκε ως «συλλεκτικό αριστούργημα
τυπογραφικής τέχνης», όπως αρμόζει σ’ αυτό που ονομάστηκε «το μεγαλύτερο έπος
τής λευκής φυλής»
Επειδή
ο Νίκος Καζαντζάκης –σε συνεργασία με τον Ι. Κακριδή– μετέφρασε την Οδύσσεια και
την Ιλιάδα τού Ομήρου, μερικοί συγχέουν τη μετάφραση του
ομηρικού έπους με την ΟΔΥΣΣΕΙΑ του Νίκου Καζαντζάκη, η οποία είναι
εντελώς πρωτότυπο έργο, διαφορετικό και ανεξάρτητο από τη μετάφραση
της Οδύσσειας τού Ομήρου. Η ΟΔΥΣΣΕΙΑ του Νίκου Καζαντζάκη
αφηγείται τις περιπέτειες και τα ταξίδια του Οδυσσέα αφ’ ότου επέστρεψε
στην Ιθάκη, και μετά έφυγε ξανά, μέχρι τον θάνατό του στον Νότιο Παγωμένο
Ωκεανό.
«Οι
ήρωες είναι γιοι τού Ολύμπου. Και οι άνθρωποι, κατά τη διάρκεια της ζωής τους
ως ανθρώπων, προσπαθούν να ζήσουν μοιάζοντας στους ήρωες. Έτσι γεννήθηκε αυτή
η ηρωική Ελλάδα, στην ιστορία που υφαίνεται από ομηρικούς αγώνες.
Τριάντα
αιώνες μετά τον Όμηρο, ο Καζαντζάκης, ένας Έλληνας, σύγχρονός μας, ξαναπιάνει
το αρχαίο θέμα τού Οδυσσέα και μας δίνει ένα από τα έργα-κλειδιά τής
λογοτεχνίας τού αιώνα μας. »
Απόσπασμα της Οδύσσειας του Νίκου Καζαντζάκη
Η Οδύσεια του
Καζαντζάκη είναι ένας ύμνος στο μεγαλείο τού ανθρώπου. Στο εύθραυστο μεγαλείο
τού ανθρώπου. Δεν υπάρχει σημείο στην ανθρώπινη ευτυχία, που να μην κρύβει
κάποια λύπη. Ο πολιτισμός αυξάνει τις απειλές που “πλακώνουν” τα απόλυτα
συναισθήματα. Ο κατά Καζαντζάκην Οδυσσέας τοποθετείται στην εποχή τού Ομήρου.
Υποφέρει, υπομένει, ενεργεί στην εποχή τού Καζαντζάκη. Αυτή η εποχή, το ξέραμε,
είναι η εποχή τής κριτικής που ανάγεται σε δόγμα, της ανάλυσης που θεωρείται ως
τέχνη, της παγερής λογικής που την επιθυμούμε σαν προαπαιτούμενο.
«Ο
Καζαντζάκης ήρθε. Ξέρουμε τώρα ότι η εποχή μας μπορεί να είναι επίσης η εποχή
τού λυρισμού. Και τι λυρισμού!» (Alain Decaux, στη γαλλική έκδοση Nikos
Kazantzaki, L’Odysée, Plon, Paris 1971.)
Σύμφωνα με τον Νικόλαο Μαθιουδάκη, ειδικό ερευνητή του Δημοκρίτειου
Πανεπιστήμιο Θράκης και συγγραφέα της μελέτης «Ποιητικοί νεολογισμοί στην
"Οδύσεια" του Νίκου Καζαντζάκη: Χιλιάδες αθησαύριστες λέξεις
αναζητούν την ταυτότητά τους»:
«Η ΟΔΥΣΣΕΙΑ του Νίκου Καζαντζάκη είναι μια σύγχρονη επική δημιουργία η
οποία ουσιαστικά αποτελεί τη συνέχεια της ΟΔΥΣΣΕΙΑΣ του Ομήρου. Το ποίημα
αποκαλύπτει την αγωνία και τον αγώνα του συγγραφέα να δημιουργήσει ένα
έπος προκειμένου να θεωρηθεί ως ένα από τα σπουδαιότερα έργα της (sic)
«λευκής φυλής» (Πρεβελάκης 1984) και να γίνει ισάξιο της ομηρικής δημιουργίας.
Μετά από δεκατρία ολόκληρα
χρόνια σκληρής δουλειάς, ο Καζαντζάκης, ως άλλος Οδυσσέας,
περιπλανώμενος σε χιλιάδες στίχους, ανάμεσα σε εκατοντάδες λέξεις,
αναγράφοντας την ποιητική του ιδέα εφτά φορές, αναζητά την αθάνατη πηγή,
την προσωποποίηση του Θεού, καταλήγοντας μονιάς στην τελική μορφή του
μεγαλειώδους έργου των εικοσιτεσσάρων (24) ραψωδιών και των τριάντα τριών
χιλιάδων τριακοσίων τριάντα τριών (33.333) στίχων».
Η «Οδύσεια» του Καζαντζάκη αποτελεί σήμερα αντικείμενο εκτεταμένων ερευνών
φιλόλογων και γλωσσολόγων για το λόγο ότι το συγκεκριμένο έργο περιέχει 7.500
νεολογισμούς, δηλαδή αθησαύριστες λέξεις, οι οποίες δεν υπάρχουν σε κανένα από
τα μείζονα λεξικά της ελληνικής γλώσσας (Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής
του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Σπουδών (1998-2002), Λεξικό της Νέας
Ελληνικής Γλώσσας του Μπαμπινιώτη (2008), Λεξικόν της Νέας Ελληνικής
Γλώσσας της Πρωίας (1933) και Μέγα λεξικόν όλης της Ελληνικής Γλώσσης του
Δημητράκου (1964).
Δέκα
χρόνια έγραφε και ξανάγραφε την “Οδύσσειά” του ο Νίκος Καζαντζάκης. Μάλιστα τη
διόρθωσε οχτώ φορές. Είναι ένα επικό ποίημα που φτάνει τις 33.333 στίχους. Η
Έλλη Αλεξίου (1894 – 1988), στη βιογραφία που έγραψε για τον Καζαντζάκη, “Για
να γίνει μεγάλος”, μας λεει: “Ο Καζαντζάκης ήταν άνθρωπος των εντυπωσιασμών,
γι’ αυτό έγραψε την Οδύσσεια για να εντυπωσιάσει την ανθρωπότητα”.
Δεύτερο Απόσπασμα της Οδύσσειας. Διαβάζει ο ηθοποιός Βασίλης Διαμαντόπουλος
Πράγματι,
μόνον ένα άλλο ποίημα σκανδιναβικής προέλευσης, κάπως φτάνει τη νέα “Οδύσσεια”.
Αποτελείται από 20.000 στίχους, αλλά γράφτηκε από διαφορετικούς ποιητές σε
διαφορετικές εποχές.
Μάλιστα,
όπως μας λεει πάλι η Έλλη Αλεξίου, η νέα “Οδύσσεια” έφτασε τους 42.000
στίχους. Αφαίρεσε, όμως, ο Ν.Κ., τους 9.000 για να φτιάξει τα τριαράκια, επειδή
θεωρούσε τυχερό αριθμό το τρία.
Η
νέα “Οδύσσεια” εκδόθηκε για πρώτη φορά στην Αθήνα το 1938, με χρήματα της
αμερικανίδας Joe Macleod. Από μια συγκυρία εκείνη τη χρονιά εκδηλώθηκε και η
λευχαιμία στον Καζαντζάκη, που τον ταλαιπώρησε πολύ. Έπρεπε ν’ αλλάζει το αίμα
του συνέχεια και το 1953 έχασε το ένα του μάτι.
Η
“Οδύσσεια” μεταφράστηκε και στ’ αγγλικά απ’ τον ελληνοαμερικάνο φιλόλογο Κίμων
Φράιερ κι εκδόθηκε στις ΗΠΑ, λίγο πριν απ’ το θάνατο του Καζαντζάκη.
Πολλά
λέγονται γι’ αυτό το ποίημα... μαμούθ. Μερικοί κριτικοί λένε πως αξίζει..,
άλλοι λένε πως είναι απλησίαστο. Πως, δηλαδή, δε διαβάζεται λόγω του όγκου του.
Ο
Γιώργος Σεφέρης (1900 – 1971), λεει κάπου κάτι που είναι σωστό: “Στην ποίηση
μετράει η κάθε λέξη ξεχωριστά”. Ε, τώρα για να κάνει κανείς κάτι τέτοιο με την
“Οδύσσεια” του Ν.Κ., θα του χρειαστούν 33.333 μέρες..
Αν το καλοσκεφτείς, η πιο όμορφη εποχή του χρόνου κρατάει όσο μια ανάσα. Ιούνιος, Ιούλιος, Αύγουστος. Μέσα σε αυτούς τους τρεις μήνες, κρύβονται μόλις δώδεκα πολύτιμα Σαββατοκύριακα. Δώδεκα μικρές οάσεις ελευθερίας, που καλούμαστε να χωρέσουμε όλα όσα ονειρευόμασταν τις κρύες νύχτες του χειμώνα, κλεισμένοι σε τέσσερις τοίχους με τη βροχή να χτυπάει τα τζάμια. Κοιτάμε το ημερολόγιο και νιώθουμε ότι έχουμε όλο τον χρόνο μπροστά μας, όμως η αλήθεια είναι πολύ πιο αδυσώπητη. Το καλοκαίρι είναι ένας σύντομος σταθμός, ένα πυροτέχνημα που σβήνει γρήγορα στον νυχτερινό ουρανό, αφήνοντας πίσω του τη λάμψη της νοσταλγίας.
Ο χρόνος το καλοκαίρι μοιάζει να γλιστράει σαν την υγρή άμμο ανάμεσα στα δάχτυλα, όσο κι αν προσπαθείς να τον κρατήσεις σφιχτά. Το πρώτο διήμερο μπαίνει σχεδόν μουδιασμένα, με τη μυρωδιά του αντηλιακού να ξυπνάει αναμνήσεις και το δέρμα να ζητάει τον ήλιο. Μέχρι να το καταλάβεις, βρίσκεσαι ήδη στα μισά, στον καύσωνα του Ιουλίου, εκεί που οι νύχτες μεγαλώνουν, οι έγνοιες μικραίνουν και το σκοτάδι μυρίζει νυχτολούλουδο και θάλασσα. Και ξαφνικά, έρχεται ο Αύγουστος, φέρνοντας μαζί του τη γλυκιά μελαγχολία της αντίστροφης μέτρησης, σαν τα τελευταία φώτα ενός πάρτι που δεν θέλεις να τελειώσει ποτέ, σαν ένα ηλιοβασίλεμα που σβήνει αργά στον ορίζοντα. Κάθε Κυριακή βράδυ που επιστρέφεις, νιώθεις ένα μικρό τσίμπημα στην καρδιά, μια υπενθύμιση ότι άλλη μία σελίδα γύρισε και δεν θα γυρίσει πίσω.
Το καλοκαίρι δεν είναι απλώς μια εποχή· είναι η απόδραση της ψυχής, μια βαθιά ανάσα που περιμένεις μήνες ολόκληρους να πάρεις για να αντέξεις την καθημερινότητα. Είναι η προσμονή της Παρασκευής, η βιαστική τσάντα με τα απολύτως απαραίτητα, τα ανοιχτά παράθυρα στο αυτοκίνητο και η πρώτη βουτιά που σβήνει μεμιάς την κούραση όλης της χρονιάς. Είναι ο καφές με θέα το απέραντο γαλάζιο, οι στάλες της θάλασσας που στεγνώνουν πάνω στο κορμί και η αίσθηση ότι, έστω και για λίγο, ο χρόνος έχει σταματήσει να σε πιέζει. Είναι οι στιγμές που το μυαλό αδειάζει από τις σκοτούρες και γεμίζει με τον ήχο του κύματος και το θρόισμα των δέντρων.
Η μεγαλύτερη παγίδα είναι να αναβάλλεις αυτές τις στιγμές, να θεωρείς ότι το καλοκαίρι είναι ατελείωτο και θα είναι πάντα εκεί. Να λες «θα πάω το επόμενο» ή «ας κάτσω να ξεκουραστώ αυτή τη φορά στον καναπέ, έχει πολλή ζέστη για μετακινήσεις». Κι έτσι, χωρίς να το καταλάβεις, οι ευκαιρίες λιγοστεύουν, οι μέρες μικραίνουν, τα πρωτοβρόχια κάνουν την εμφάνισή τους και το φθινόπωρο σε βρίσκει με ένα παράπονο, με μια κρύα βροχή και τη γεύση του «αν» στα χείλη για όλα όσα ήθελες να κάνεις, για όλες τις παραλίες που ήθελες να δεις, αλλά τελικά δεν πρόλαβες.
Κάθε ένα από αυτά τα δώδεκα Σαββατοκύριακα είναι μια λευκή σελίδα που περιμένει να γραφτεί με έντονα, ζωντανά χρώματα. Είναι οι πολύτιμες στιγμές που ξεφεύγεις από τη ρουτίνα, που ξεχνάς τα email, τις επαγγελματικές υποχρεώσεις και τα ενοχλητικά ξυπνητήρια. Είναι η στιγμή που γίνεσαι πάλι παιδί, που περπατάς ξυπόλητος στην καυτή ακροθαλασσιά, που νιώθεις την αλμύρα στα χείλη σου και αφήνεις το κύμα να σου πλύνει το μυαλό από κάθε έγνοια και άγχος. Σε αυτές τις δύο μέρες της εβδομάδας κρύβεται όλη η ουσία της ελευθερίας μας, η ευκαιρία να επανασυνδεθούμε με τον εαυτό μας.
Δεν χρειαζόμαστε το τέλειο πλάνο, ούτε ακριβούς προορισμούς, κοσμοπολίτικα νησιά και πολυτελή ξενοδοχεία που απαιτούν εβδομάδες προετοιμασίας. Το μόνο που πραγματικά χρειαζόμαστε είναι να είμαστε εκεί, με όλη μας την ψυχή, με τους ανθρώπους που αγαπάμε και μας κάνουν να γελάμε αληθινά και αβίαστα. Μια απλή ψάθα, μια ερημική παραλία, ένας καθαρός έναστρος ουρανός και μια καλή, ειλικρινής κουβέντα είναι υπεραρκετά για να φτιάξουν μια ανάμνηση τόσο δυνατή, που θα μας κρατάει ζεστούς όλο τον επόμενο, βαρύ χειμώνα.
Φέτος, ας πάρουμε μια απόφαση: ας μην αφήσουμε ούτε μια Παρασκευή να πάει χαμένη, ας μην χαρίσουμε ούτε ένα λεπτό στη μονοτονία και τη μιζέρια. Ας γεμίσουμε αυτές τις λίγες μέρες με αλμύρα, με ηλιοβασιλέματα που βάφουν τον ουρανό πορτοκαλί και μωβ, με ζεστές αγκαλιές, με φίλους γύρω από ένα πρόχειρο τραπέζι σε μια παραθαλάσσια ταβέρνα και με γέλια που θα αντηχούν στην ερημιά μέχρι να βγει ο ήλιος μέσα από τη θάλασσα. Ας γίνουν αυτά τα διήμερα ο λόγος που θα χαμογελάμε τις δύσκολες μέρες που θα έρθουν.
Η ζωή μετριέται στις στιγμές που νιώσαμε την καρδιά μας να χτυπάει δυνατά στο στήθος, στις στιγμές που νιώσαμε αληθινά, απόλυτα ζωντανοί, και το καλοκαίρι έχει τον δικό του τρόπο να κάνει αυτές τις στιγμές να μένουν ανεξίτηλες μέσα μας. Τα δώδεκα Σαββατοκύριακα δεν είναι απλά χρόνος στο ημερολόγιο· είναι η δική μας ευκαιρία για ευτυχία. Το ρολόι μετράει ήδη αντίστροφα, η άμμος κυλάει και το επόμενο διήμερο πλησιάζει. Ας το ζήσουμε με πάθος, με ανοιχτή καρδιά, σαν να είναι το τελευταίο καλοκαίρι της ζωής μας.
Σήμερα
συμπληρώνονται ακριβώς 100 χρόνια από τη γέννηση του Μάιλς Ντέιβις (Miles
Davis) και η επέτειος αυτή αποτελεί την ιδανική αφορμή για να στρέψουμε το
βλέμμα στον άνθρωπο πίσω από τον παγκόσμιο μύθο. Ο Μάιλς δεν άλλαξε απλώς την
πορεία της τζαζ· την επαναπροσδιόρισε ριζικά, οδηγώντας την σε νέα μονοπάτια
κάθε φορά που το κοινό πίστευε ότι είχε φτάσει στο απόγειό της. Πίσω όμως από
την εικόνα με το αδιαπέραστο βλέμμα, τα πανάκριβα κοστούμια και την επιβλητική,
σχεδόν απειλητική σιωπή, κρυβόταν μια προσωπικότητα σε διαρκή αναζήτηση, γεμάτη
εσωτερικές αντιφάσεις, ανεξέλεγκτο πάθος και μια βαθιά, καλά κρυμμένη
ευαλωτότητα.
Γεννημένος
στο Ιλινόις στις 26 Μαΐου 1926, ο Μάιλς μεγάλωσε σε μια μεσοαστική οικογένεια,
γεγονός που του έδωσε τα εφόδια να σπουδάσει, αλλά δεν τον προστάτευσε από τον
σκληρό ρατσισμό της αμερικανικής κοινωνίας. Αυτή η πρώιμη εμπειρία της αδικίας
διαμόρφωσε τον αμυντικό, περήφανο και συχνά επιθετικό χαρακτήρα του. Από τη
στιγμή που έπιασε την τρομπέτα στα χέρια του, αρνήθηκε να συμβιβαστεί με την
ασφάλεια του οικείου. Από το εκρηκτικό μπίμποπ της δεκαετίας του '40 δίπλα στον
Τσάρλι Πάρκερ, πέρασε στο cool jazz, εξερεύνησε το modal jazz και τελικά
γέννησε το jazz-fusion στα τέλη της δεκαετίας του '60. Ο Ντέιβις προχωρούσε
πάντα μπροστά, καταστρέφοντας το ίδιο του το παρελθόν χωρίς ίχνος νοσταλγίας.
«Πρέπει να αλλάζεις, φίλε, η μουσική είναι σαν τον ηλεκτρισμό», συνήθιζε να
λέει, αποδεικνύοντας ότι η στατικότητα για εκείνον ισοδυναμούσε με καλλιτεχνικό
θάνατο.
Η
Φωνή της Τρομπέτας
Αυτή
η εσωτερική στροφή δεν ήταν τυχαία. Όταν ο Μάιλς ξεκίνησε να παίζει στη Νέα
Υόρκη, συνειδητοποίησε γρήγορα ότι δεν μπορούσε να ανταγωνιστεί την ταχύτητα
και τις υψηλές νότες του Ντίζι Γκιλέσπι. Αντί λοιπόν να τον αντιγράψει, επέλεξε
να εφεύρει έναν δικό του δρόμο. Εστίασε στο μεσαίο ρετζίστρο του οργάνου, εκεί
όπου ο ήχος είναι πιο ζεστός, πιο ανθρώπινος και πιο κοντά στον τόνο της
ομιλίας.
Η
ίδια η τρομπέτα του έγινε η καθαρή προέκταση της ανθρώπινης φωνής του. Σε
αντίθεση με άλλους δεξιοτέχνες της εποχής, ο Μάιλς δεν επιδίωκε την ταχύτητα ή
την επίδειξη τεχνικής. Αντίθετα, ο ήχος του χαρακτηριζόταν από μια σπάνια
εσωτερικότητα και μελαγχολία, σαν ένας ψίθυρος που αντηχεί σε ένα σκοτεινό,
άδειο δωμάτιο. Το μεγαλύτερο προτέρημά του ήταν η διαχείριση της σιωπής· ήξερε
πότε να μην παίξει, δίνοντας σε κάθε νότα ένα ασήκωτο βάρος και έναν
συγκεκριμένο υπαρξιακό σκοπό. Η χρήση της σουρντίνας (Harmon mute) έγινε το
σήμα κατατεθέν του, δημιουργώντας μια υποβλητική, «ραγισμένη» ατμόσφαιρα που
εξέφραζε όλη την εσωτερική του μοναξιά.
Αυτός
ο μοναδικός ήχος καθρέφτιζε απόλυτα την προσωπικότητά του. Υπήρξε άνθρωπος
δύσκολος, κυκλοθυμικός, συχνά απόμακρος και εκρηκτικός με τους συνεργάτες του.
Η διαβόητη συνήθειά του να γυρίζει την πλάτη στο κοινό κατά τη διάρκεια των
συναυλιών παρεξηγήθηκε από πολλούς ως σνομπισμός ή ασέβεια. Στην
πραγματικότητα, ήταν η δική του ανάγκη να απομονωθεί από το περιβάλλον, καθώς η
μουσική απαιτούσε την απόλυτη, σχεδόν θρησκευτική προσήλωσή του στο συγκρότημα.
Η
Κληρονομιά του Ανθρώπου
Ο
Μάιλς πάλεψε σκληρά με τους δικούς του δαίμονες σε όλη του τη ζωή. Ήρθε
αντιμέτωπος με τον άγριο ρατσισμό της αστυνομίας, βυθίστηκε για χρόνια στον
εφιάλτη της εξάρτησης από την ηρωίνη και το αλκοόλ, και είδε το ίδιο του το
σώμα να τον προδίδει επανειλημμένα με σοβαρά προβλήματα υγείας. Παρά τις
πτώσεις, όμως, έβρισκε πάντα τη δύναμη να αναγεννηθεί από τις στάχτες του,
μετατρέποντας τον πόνο σε τέχνη.
Παράλληλα
με τη μουσική, ο Ντέιβις ήταν ένας άνθρωπος με έντονο οπτικό αισθητήριο.
Σταδιακά διοχέτευσε την ενέργειά του και στη ζωγραφική, δημιουργώντας αφηρημένα
έργα γεμάτα έντονα χρώματα, που έμοιαζαν με προέκταση των αυτοσχεδιασμών του.
Για εκείνον, η τέχνη δεν είχε στεγανά· ήταν μια διαρκής προσπάθεια να
εξωτερικεύσει την ένταση που έκρυβε μέσα του, είτε κρατούσε ένα πινέλο είτε την
τρομπέτα του.
Το
μνημειώδες άλμπουμ του, Kind of Blue (1959), παραμένει μέχρι σήμερα ο πιο
αναγνωρίσιμος και ευπώλητος δίσκος στην ιστορία της τζαζ, μια ζωντανή απόδειξη
ότι η μουσική του κατάφερε να αγγίξει κάτι το καθολικά ανθρώπινο και
διαχρονικό. Έναν αιώνα μετά τη γέννησή του, ο Μάιλς Ντέιβις δεν μνημονεύεται
απλώς ως ένας σπουδαίος τρομπετίστας, αλλά ως ένας ασυμβίβαστος δημιουργός που
έζησε και πέθανε με τους δικούς του, απόλυτους όρους, αφήνοντας πίσω του έναν
ήχο που συνεχίζει να συγκινεί, να εμπνέει και να συντροφεύει τις βαθύτερες
μοναξιές των ανθρώπων.
Υπάρχουν
ήχοι που δεν χωράνε σε πρόχειρες λίστες και μουσικές που κόβουν τον θόρυβο της
καθημερινότητας. Το Ark of Rare Sounds είναι ένα καθαρόαιμο project επιμέλειας
ήχου και 24/7 web radio χωρίς διαφημίσεις, για όσους αντιμετωπίζουν τη μουσική
ως εσωτερικό τοπίο και όχι ως απλή υπόκρουση.
Εδώ
συγκεντρώνονται επιλογές που απαιτούν προσοχή και χώρο. Εδώ στεγάζω ό,τι
περίσσεψε από την ημέρα, με την πειραματική jazz, τη nu-jazz και τη modern
classical να κυριαρχούν στις ώρες της ημέρας μαζί με το minimal piano,
πλαισιωμένες από ορχηστρικά έργα και καλλιτέχνες όπως οι Miles Davis, Nils
Frahm και Portico Quartet, σε μια ροή που σε αναγκάζει να σταματήσεις και να
ακούσεις με την ψυχή.
Καθώς
πέφτει το φως και περνάμε στη νύχτα, το dark ambient, τα atmospheric και τα
cinematic soundscapes ανοίγουν χώρο για βαθιά προσήλωση με ονόματα όπως οι
Carbon Based Lifeforms και Bohren & Der Club Of Gore, ενώ τα Σαββατοκύριακα
η ροή εμπλουτίζεται με κλασικά αριστουργήματα και κινηματογραφικά θέματα.
Κομμάτια που κανείς άλλος δεν είχε την υπομονή να προσέξει, προσαρμοσμένα στις
μεταπτώσεις της ώρας.
Αυτό
το blog δεν προσφέρεται για εύκολες επαναλήψεις ούτε απευθύνεται σε μαζικές
ακροάσεις. Είναι ένας χώρος απομόνωσης, όπου στεγάζονται κομμάτια δύσκολα, μη
εμπορικά και αποκαλυπτικά, φτιαγμένα για όσους ακούνε με την ψυχή και αναζητούν
έναν ήχο που ξέρει να σταματάει τον χρόνο.
Μια
σταθερή συχνότητα για όσους θέλουν να μοιραστούν το ίδιο εσωτερικό τοπίο. Εδώ,
η μουσική γίνεται η γέφυρα ανάμεσα σε αυτούς που αναζητούν την ποιότητα, χωρίς
συμβιβασμούς, χωρίς εκπτώσεις και χωρίς περιττά λόγια.
Κάθε φορά που γράφω, νομίζω ότι είναι η τελευταία φορά και ότι ξέμεινα από ιδέες. Ότι στέρεψε η πηγή, ότι οι λέξεις που είχα να δώσω τελείωσαν εδώ και πως ό,τι ακολουθήσει θα είναι απλώς μια κακή επανάληψη.
Το πιο άγριο πράγμα στη ζωή δεν είναι το τέλος. Είναι η άγνοια. Το ότι δεν καταλαβαίνεις την ώρα που συμβαίνει η τελευταία πράξη, επειδή η καθημερινότητα σε έχει ναρκώσει με την ψευδαίσθηση ότι όλα θα επαναλαμβάνονται για πάντα. Ζούμε σαν να έχουμε υπογράψει συμβόλαιο με τον χρόνο, θεωρώντας δεδομένο ότι το αύριο είναι μια τυπική διαδικασία.
Γράφεις ένα άρθρο. Διαλέγεις τις λέξεις, βάζεις την τελεία, πατάς «δημοσίευση». Εκείνη τη στιγμή, το μυαλό σου τρέχει ήδη στο επόμενο θέμα, στην επόμενη έμπνευση, σε όλα εκείνα που έμειναν μισά. Δεν σου περνάει καν από τη σκέψη ότι αυτή η τελεία μπορεί να είναι η οριστική. Ότι το blog, αυτό το κομμάτι της ψυχής σου που κρατάει 11 χρόνια, μπορεί να μείνει εκεί, παγωμένο στον χρόνο, μια ψηφιακή μαρτυρία χωρίς άλλη συνέχεια. Μια σελίδα που θα την επισκέπτονται οι μνήμες, αλλά δεν θα την αγγίζει πια καμία νέα σκέψη.
Λες μια κουβέντα σε έναν άνθρωπο. Ένα «τα λέμε», μια βιαστική καληνύχτα, ίσως και μια μικροπαρεξήγηση για κάτι ασήμαντο. Κλείνεις το τηλέφωνο ή την πόρτα και είσαι σίγουρος ότι η φωνή του θα είναι εκεί και το επόμενο πρωί. Δεν φαντάζεσαι ότι αυτός ο ήχος, αυτή η τελευταία λέξη, μπορεί να είναι η κατακλείδα μιας ολόκληρης σχέσης, ενός ολόκληρου κόσμου που χτίστηκε με κόπο και γκρεμίστηκε μέσα στη σιωπή μιας στιγμής.
Αν ξέραμε ότι κάτι τελειώνει, θα γινόμασταν μελό. Θα σταματούσαμε τον χρόνο, θα παγώναμε, θα προσπαθούσαμε να κάνουμε τη στιγμή «ιερή». Θα χάναμε την ουσία της ζωής στην προσπάθειά μας να την αποχαιρετήσουμε σωστά. Η άγνοια όμως είναι που μας προστατεύει. Είναι αυτή που μας αφήνει να είμαστε ο εαυτός μας, αυθόρμητοι, αληθινοί, ακόμα και άδικοι μερικές φορές, μέχρι το δευτερόλεπτο που όλα σβήνουν.
Ίσως τελικά η ομορφιά να βρίσκεται ακριβώς σε αυτή την αβεβαιότητα. Στο ότι συνεχίζουμε να επενδύουμε σε πράγματα και ανθρώπους σαν να μην υπάρχει τέλος. Ζούμε με την ψευδαίσθηση της συνέχειας και ίσως αυτό να είναι και η μόνη μας σωτηρία. Κάθε φορά που κλείνουμε έναν κύκλο χωρίς να το ξέρουμε, αφήνουμε πίσω μας κάτι γνήσιο, επειδή δεν το «σκηνοθετήσαμε» για το φινάλε. Δεν προσπαθήσαμε να φανούμε καλύτεροι απ' ό,τι είμαστε· ήμασταν απλώς εκεί.
Κι έτσι προχωράμε. Με τα ίχνη της τέχνης μας, τις αποτυπώσεις των συναισθημάτων μας και τη διαρκή συνοδεία της μουσικής που γεμίζει τα κενά ανάμεσα στις λέξεις. Όχι γιατί τελειώνουμε, αλλά γιατί κάθε στιγμή που ζούμε αξίζει την προσοχή μας, ακριβώς επειδή δεν γνωρίζουμε τη διάρκειά της. Ευτυχώς, η ζωή συνεχίζεται με αυτή την άγνοια. Και όσο συνεχίζεται, εμείς θα είμαστε εδώ, να γράφουμε, να ακούμε και να ξανασυστήνουμε τον εαυτό μας σε έναν κόσμο που αλλάζει, όπως αλλάζουμε κι εμείς.