Η ομορφιά πέρα από νότες έχει ήχο, τον ήχο των αυτοκινήτων που ποδοπατούν τη βροχή.
Oι νότες σε τρυπούν. Μικρές ρανίδες αίμα σου θυμίζουν πως ζεις και ονειρεύεσαι.
Μπορείς να δώσεις μια περιγραφή σε μοναχικές διαδρομές, νοσταλγικές ίσως από χρόνια περασμένα...από όνειρα παρατημένα.. αγάπες.. άλλες χαμένες, άλλες πληγωμένες, άλλες παρατημένες;
Υπάρχει όμως εκείνη η ηλιαχτίδα που ξεπροβάλλει για να σου δείξει τη διαδρομή...να σου δώσει ελπίδα, να σε κάνει να κλείσεις τα μάτια και να ονειρευτώ ξανά...να αγαπήσω ξανά..
Πάρε τα ερείπια και σκόρπισε τα στον ουρανό.
Λιγότερο θα ματώσεις απ' όσο όταν έχτιζες νωθρός, πεισματικός και στέρεος. Μα καθόλου novus. Μόνο παλιός, παλαιός και σίγουρα όχι απλός.
Ο
Αστρονόμος Νικολάι Καρντασεφ πρότεινε
το 1964 να κατατάσεται ένας πολιτισμός
σύμφωνα με την ενέργεια που είναι σε
θέση να καταναλώνει και να χειραγωγεί,
η οποία και αντιστοιχεί ταυτόχρονα στο
βαθμό εξάπλωσης του πολιτισμού αυτού
στον Κόσμο η οποία έχει ως εξής :
Πολιτισμός
Τύπου 1 είναι ο πολιτισμός που έχει
καταφέρει να δαμάσει και να καταναλώνει
την ενέργεια που προσφέρει ο ίδιος ο
πλανήτης του, τον οποίο και ελέγχει
πλήρως.
Πολιτισμός
Τύπου 2 είναι ο πολιτισμός που έχει
καταφέρει να ελέγξει και να χειραγωγησει
την ενέργεια του άστρου του.
Πολιτισμός
Τύπου 3 είναι ο πολιτισμός που έχει
καταφέρει να χειραγωγησει και να ελέγξει
την ενέργεια του γαλαξία του.
Ο
Ζολτάν Γκαλαντάι έχει ορίσει μία
θεωρητική προέκταση της κλίμακας, με
πολιτισμό τύπου Δ (που βρίσκεται εκτός
των ορισμένων τύπων της κλίμακας
Καρντάσεφ) αυτόν που μπορεί και ελέγχει
την ενέργεια ολόκληρου του ορατού
σύμπαντος και πιθανόν και της σκοτεινής
ύλης.
Πιθανώς
να μπορεί να ταξιδέψει σε άλλα σύμπαντα
ή να στείλει πληροφορία σε αυτά, ώστε
να αναπτυχθεί πολιτισμός Τύπου μηδέν,
με προοπτική να εξελιχθεί σε πολιτισμό
Τύπου Α ένας τέτοιος πολιτισμός όμως
δεν είναι ακόμα ανιχνεύσιμος.
Ο
Μίτσιο Κάκου, στο βιβλίο του Parallel Worlds
(Παράλληλοι Κόσμοι), έχει δώσει έναν
εναλλακτικό ορισμό στον Τύπο Δ, ονομάζοντας
έτσι τον πολιτισμό που μπορεί να ελέγχει
και μη γαλαξιακές πηγές ενέργειας, όπως
την λεγόμενη σκοτεινή ενέργεια.
Αυτή
τη στιγμή καθίσταται αντιληπτό ότι ο
σημερινός δικός μας που χρησιμοποιεί
ως επί το πλείστον ενέργεια που έχει
αποθηκευτεί από νεκρές πλέον μορφές
ζωής σε πηγές όπως το κάρβουνο, το
πετρέλαιο ή το φυσικό αέριο ότι δεν έχει
ακόμη φθάσει την μονάδα στην κλίμακα
Kardashev.
Σύμφωνα
με τον Καρλ Σαγκάν, που επέκτεινε και
βαθμονόμησε την κλίμακα Καρντάσεφ πριν
τον τύπο Α, κατά τη βιομηχανική επανάσταση,
το έτος 1900, ήμασταν στο 0,58 το 1973 ήμασταν
στο 0,7 και έκτοτε η μέτρηση παραμένει
σταθερή με αυξομειώσεις έως το 2012 που
μετρήθηκε στο 0,72 .
Σύμφωνα
με σχετικούς υπολογισμούς, πιθανώς να
φτάσουμε τον Τύπο Α σε 100 – 200 χρόνια,
τον Τύπο Β σε μερικές χιλιάδες χρόνια
(κατά την εκτίμηση του Φρήμαν Ντάυσον,
γύρω στο έτος 11.200) και τον Τύπο Γ σε
100.000 έως 1 εκατομμύριο χρόνια και έως
τότε φυσικά θα είμαστε απολίτιστοι!!!
Στο
βίντεο που ακολουθεί μπορείτε να μάθετε
περισσότερες πληροφορίες για την κλίμακα
Καρντάσεφ:
"Αν κάθε Πρωτοχρονιά
δεν κάνεις απολογισμούς της προσωπικής
σου πορείας, είσαι, κατά τη γνώμη μου,
ένας ευτυχής αμνήμων, δηλαδή ανιστόρητος,
διότι, πάλι κατά τη γνώμη μου, το κύριο
χαρακτηριστικό γνώρισμα, θα έλεγα η
ειδοποιός διαφορά του ανθρώπου από τα
ζώα, είναι η μνήμη, άρα η γνώση του
χρονικού στίγματος εντός του οποίου
δρας, παρελθόν, παρόν και εικαζόμενο
μέλλον, δηλαδή το ιστορικό πλαίσιο.
Τις μέρες που
περνάμε είναι αδύνατον για έναν άνθρωπο
της ηλικίας μου που γεννήθηκε στη
δικτατορία του Μεταξά, βίωσε τραυματικά
το αλβανικό έπος, την Κατοχή, τον Εμφύλιο,
τον δεύτερο διχασμό με τις εξορίες και
τις φυλακές, τα πιστοποιητικά κοινωνικών
φρονημάτων και ύστερα τη δικτατορία
των συνταγματαρχών, να μην προσπαθεί
να καταλάβει «τι πταίει» και κάθε τόσο
γλιστράμε στον ολισθηρό κατήφορο όπου
κάθε στιγμή συναντάμε παγίδες, νάρκες,
βάραθρα, ξερά πηγάδια και τερατώδη
φαντάσματα του παρελθόντος να
καιροφυλαχτούν με πύρινα μάτια και
νύχια γαμψά.
Πριν από 70 χρόνια, την
Πρωτοχρονιά του 1947, ο πατέρας μου ήταν
εξορία, διότι φιλόλογος στην Αταλάντη,
στο γυμνάσιο της πρωτεύουσας της
Λοκρίδας, γενέθλιας πόλης της μάνας
μου, ήταν μέλος του ΕΑΜ, επιφορτισμένος
με τον επισιτισμό των αναξιοπαθούντων
πατριωτών. Διαβασμένος άνθρωπος, με μια
βιβλιοθήκη όπου εκτός από την παγκόσμια
λογοτεχνία δέσποζαν έργα του Δελμούζου,
του Σκληρού, του Βορρέα, του Λορεντζάτου
αλλά και του Τρότσκι, του Ραποπόρτ, του
Γληνού και του «Αληθινού Παλαμά» του
Ζαχαριάδη, έργα του Ζέβγου αλλά και του
Κανελλόπουλου, ο «Λόγος της Λαμίας» του
Γ. Παπανδρέου αλλά και η «Δίκη των έξι»,
η «Δίκη των τόνων», η «Αντιδικία των
τόνων» και η «Δίκη του Ναυπλίου» με
κατηγορουμένους τους εμπνευστές του
«Παρθεναγωγείου του Βόλου».
Αυτός
ο διαβασμένος φιλόλογος που, όταν ήταν
στην Αθήνα στη μετεκπαίδευση των
εκπαιδευτικών, είδε όλες τις μεγάλες
παραστάσεις του Εθνικού με τον Ροντήρη,
τον Βεάκη, την Παξινού, τον Μινωτή, την
Παπαδάκη, τον Γληνό, την Αλκαίου, τη
Μανωλίδου, τον Κατράκη, τον Μαμία, τον
Δενδραμή, και εγώ μεγάλωσα βουτηγμένος
στα προγράμματα του θεάτρου εκείνης
της μοναδικής εποχής.
Αυτόν τον
αισθαντικό άνθρωπο τον συνέλαβαν μέσα
στην τάξη και με χειροπέδες τον πέρασαν
από την κεντρική πλατεία της Λαμίας
Σάββατο πρωί, με τα καφενεία της Πλατείας
Ελευθερίας(!) γεμάτα συμπολίτες, φίλους,
δικηγόρους, γιατρούς, μηχανικούς,
δικαστές που έπιναν το καφεδάκι τους.
Την
Πρωτοχρονιά του 1947, η μάνα μου, απλή
νοικοκυρά, χωρίς κανένα οικονομικό
έσοδο έπρεπε να «γιορτάσει» με τρία
αγόρια 10, 8 και 3 ετών! Τα συγγενικά σπίτια,
πλην μιας εξαίρεσης, είχαν από τον φόβο
των τυράννων της εποχής ερμητικά κλείσει.
Ακόμη και αδέλφια της μάνας μου, δημόσιοι
υπάλληλοι, την ειδοποίησαν να μη χτυπήσει
την πόρτα τους. Επιχειρηματίες που είχαν
βαφτίσει τα αδέλφια μου έδιωχναν τη
μάνα μου για να μην εκτεθούν ότι
περιθάλπουν παιδιά και σύζυγο εχθρού
του έθνους! Μόνο ένας εξ αγχιστείας
θείος, σύζυγος αδελφής του πατέρα μου,
πατεντάτος δεξιός, βασιλόφρων έμπορος,
άνοιξε το σπίτι του, μας έδωσε τρόφιμα
και λίγα χρήματα για τις τρέχουσες
ανάγκες. Ας είναι ελαφρύ το χώμα που
κοιμάται.
Ο αδελφός της μητέρας μου,
ήρωας του αλβανικού πολέμου και αργότερα
πρωτοπαλίκαρο του Βελουχιώτη, ήταν στις
φυλακές της Λαμίας, τότε που ένας κατ'
απονομήν βασιλικός επίτροπος, δικηγόρος
Αθηνών, έστελνε κάθε μέρα αναπολόγητους
στο εκτελεστικό απόσπασμα δέκα και
δεκαπέντε αριστερούς. Από το σπίτι που
μας χώριζε μια χαμηλή μάντρα εκτελέστηκαν
μέσα σε ένα πρωί πατέρας, γιος και
γαμπρός!
Εκείνη την Πρωτοχρονιά του
'47, με τον τρόμο να κυκλοφορεί ασύδοτος
στον δρόμο, καθήσαμε στο τραπέζι και
κόψαμε τη βασιλόπιτα που ήταν ένα
καρβελάκι ψωμί, δωρεά του φούρναρη, του
οποίου ο φούρνος βρισκόταν δύο σπίτια
μετά το νοικιασμένο δικό μας. Φλουρί
ήταν μια τρύπια δεκάρα. Η μάνα χάραξε
τα μερίδια, του Χριστού, του σπιτιού,
του πατέρα, το δικό της, των τριών γιων.
Δεν ξέρω αν έκανε κάποια καλπουζανιά,
αλλά το φλουρί έπεσε στον εξόριστο
πατέρα και θεωρήθηκε σημείο πως θα
γυρίσει σύντομα.
Το δωμάτιο ζεσταινόταν
με μαγκάλι που έκαιγε με ελιοκούκουτσα,
τα οποία έστελνε με ένα τσουβάλι από τα
λιοτρίβια της Αταλάντης η αδελφή της
μητέρας μου. Φορούσα ακόμη κοντά
παντελόνια και καθώς διάβαζα πάνω από
το μαγκάλι, η κάψα σχημάτιζε στα πόδια
μου, ερεθίζοντας τις φλέβες, δίχτυα
ερυθρά. Και διάβαζα. Τότε είχα ξεκοκαλίσει
την παγκόσμια λογοτεχνία από τη βιβλιοθήκη
του πατέρα, όλους τους κλασικούς, Τολστόι,
Ντοστογέφσκι, Μπαλζάκ, Ντίκενς,
Παπαδιαμάντη, Βιζυηνό, Καρκαβίτσα και
Καραγάτση. Με είχε κατακυριεύσει μια
έμμονη φοβία. Όταν είχαμε πάει στη φυλακή
όπου κρατούνταν ο πατέρας μου (που ήταν
το σχολείο στο οποίο πρωτοπήγα στην Α'
Δημοτικού) με τη μάνα μου για να του
δώσουμε τη βαλίτσα αφού έφευγε για την
εξορία, στην Ικαρία, είχα σχηματίσει
την πανικόβλητη εντύπωση πως δεν θα τον
ξαναδώ και αισθάνθηκα ως μεγαλύτερος
γιος (10 χρονών!) την ανάγκη να ετοιμαστώ
ώστε αν χρειαστεί να αναλάβω την
οικογένεια! Και γι' αυτό διάβαζα σαν
μανιακός, πολύ συχνά ξενυχτούσα
διαβάζοντας, έχοντας την ψευδαίσθηση
πως η γνώση θα με εφοδίαζε με πρόσθετα
προσόντα στην αγορά εργασίας.
Έτσι
τη νύχτα της Πρωτοχρονιάς του 1947 εγώ
διάβασα τους «Φτωχούς» του Ντοστογέφσκι
στις εκδόσεις του Ελευθερουδάκη και
ανήμερα την Πρωτοχρονιά όλα τα
χριστουγεννιάτικα διηγήματα του
Παπαδιαμάντη και του Βουτυρά, αλλά και
τον χριστουγεννιάτικο «Τρελλό» του
Νιρβάνα, ένα αριστούργημα.
Η βιβλιοθήκη
του πατέρα μου ήταν ένα σωσίβιο για την
ερημιά μου, μια όαση στην έρημο όπου
ζούσαμε οι μισοί Έλληνες τότε.
Εβδομήντα
χρόνια μετά, στο τέλος του βίου μου,
προσπαθώντας να επιβιώσω διδάσκοντας
με ωρομίσθια αμοιβή για να συμπληρώσω
την κουτσουρεμένη σύνταξή μου, εκείνα
τα βράδια και τα ξενύχτια πάνω από τη
χόβολη του μαγκαλιού με τα αγαπημένα
σωσίβια των μεγάλων πεζογράφων και
ποιητών θα έπρεπε να είναι μια ανάμνηση
ευγνωμοσύνης. Όμως δυστυχώς είναι σχέδιο
ζωής για να τελειώσω τον βίο μου χωρίς
να καταλήξω στα συσσίτια του Δήμου και
της Αρχιεπισκοπής. Μη νομίζετε ότι
επιχειρώ να γράψω μια μελό ιστορία.
Σαράντα έξι χρόνια χωρίς διακοπή και
χωρίς διακοπές, ακόμη και άρρωστος και
εγχειρισμένος, ήμουν σε αυτές τις στήλες
Σάββατο και Δευτέρα. Χιλιάδες αναγνώστες
συμφώνησαν, διαφώνησαν, εκτίμησαν και
πολέμησαν τα γραπτά μου. Λειτούργησε ο
δημοκρατικός διάλογος. Η ουσία της
πολιτικής και πνευματικής ζωής. Νόμιζα
πως δεν θα έφτανα να ξαναπώ τους στίχους
του Κάλβου: «Δεν με θαμβώνει πάθος
κανένα· εγώ την λύραν κτυπάω, και ολόρθος
στέκομαι σιμά εις του μνήματός μου τ'
ανοικτόν στόμα».
Χάρη στην τακτική
μου επικοινωνία με το κοινό των αγαπημένων
εφημερίδων («Το Βήμα» και «ΤΑ ΝΕΑ»)
αξιώθηκα να επισκεφθώ και να μιλήσω
αμισθί σε 52 ελληνικές πόλεις και να
γνωρίσω έξοχους ανθρώπους και φανατικά
για γράμματα παιδιά.
Δεν φανταζόμουν
ποτέ πως 70 χρόνια μετά την Πρωτοχρονιά
του '47 θα αναζητούσα πάλι το μαγκάλι και
την καταφυγή στα σωσίβια της βιβλιοθήκης
μου για να γλυκάνω στα στερνά μου. "
Απόσπασμα από την ταινία "Ο Μεγάλος δικτάτορας" 1940 Charlie Chaplin
"Λυπάμαι, αλλά δεν θέλω να γίνω αυτοκράτορας. Δεν είναι δική μου υπόθεση. Δεν θέλω ούτε να βασιλέψω, ούτε να κατακτήσω. Θέλω να βοηθήσω όλο τον κόσμο. Εβραίους, χριστιανούς, μαύρους, λευκούς. Ολοι επιθυμούμε την αλληλεγγύη. Να ζούμε με την ευτυχία των άλλων, και όχι με τη δυστυχία τους. Δεν θέλουμε ούτε να μισούμε, ούτε να περιφρονούμε.
Υπάρχει χώρος για τον καθένα. Η Γη είναι πλούσια και μπορεί να θρέψει όλο τον κόσμο. Η ζωή μπορεί να είναι ελεύθερη κι ωραία, αλλά χάσαμε αυτό το μονοπάτι. Η πλεονεξία δηλητηρίασε τις ψυχές, ανύψωσε τους φραγμούς του μίσους, μας έχει καταδικάσει στη δυστυχία και στη σφαγή. Ορίζουμε την ταχύτητα, αλλά κλεινόμαστε στον εαυτό μας. Η εκμηχάνιση μας κάνει εξαρτώμενους απο αυτήν. Η επιστήμη μας έκανε κυνικούς και άξεστους.
Σκεφτόμαστε πολύ, αισθανόμαστε ελάχιστα. Περισσότερο κι απο τις μηχανές, χρειαζόμαστε την ανθρωπιά. Πιο πολύ απο την επιδεξιότητα, χρειαζόμαστε την καλοσύνη. Χωρίς αυτές τις αρετές, η βία θα κυριαρχήσει στη ζωή. Το αεροπλάνο και το ραδιόφωνο μας έφεραν κοντά. Η φύση αυτών των εφευρέσεων αξιώνει την καλοσύνη και την παγκόσμια αδελφοσύνη.
Αυτή τη στιγμή, η φωνή μου φτάνει στα αυτιά εκατομμυρίων ανθρώπων, απελπισμένων γυναικών, παιδιών, που είναι θύματα ενός συστήματος που ξέρει μόνο να βασανίζει και να φυλακίζει αθώους ανθρώπους. Σε αυτούς που με ακούνε, λέω: Μην απελπίζεστε. Η τωρινή μας δυστυχία προήλθε από την πλεονεξία και τη σκληρότητα εκείνων που φοβούνται την πρόοδο του ανθρώπου. Το μίσος θα περάσει, οι δικτάτορες θα πεθάνουν, και η δύναμη που αφαίρεσαν από το λαό θα επιστρέψει σε αυτόν ξανά. Οσο οι άνθρωποι θα πεθαίνουν, η ελευθερία δεν θα κινδυνέψει.
Στρατιώτες! Μην υπακούτε στους αγροίκους, που σας περιφρονούν και σας δυναστεύουν, που υπαγορεύουν τις πράξεις και τις σκέψεις σας! Που σας μεταμορφώνουν σε κοπάδι, σε κρέας για τα κανόνια. Μην υποχωρείτε μπροστά σε αυτά τα εκφυλισμένα όντα, στους εγκέφαλους και τις καρδιές των μηχανών! Δεν είστε ούτε μηχανές, ούτε κοπάδι, είστε άνθρωποι! Φέρτε την αγάπη μέσα στις καρδιές σας και όχι το μίσος! Μόνο οι εκφυλισμένοι μισούν!
Στρατιώτες! Μην αγωνίζεστε για τη σκλαβιά, αγωνιστείτε για την ελευθερία! Ο άγιος Λουκάς γράφει: «το βασίλειο του Θεού είναι μέσα στον άνθρωπο». Οχι σε έναν άνθρωπο, όχι σε μια ομάδα ανθρώπων, αλλά σε όλους τους ανθρώπους! Σε εσάς! Εσείς είστε ο λαός που έχει τη δύναμη, να δημιουργεί τις μηχανές, να δημιουργεί την ευτυχία! Εσείς ο λαός, έχετε τη δύναμη να εμπνεύσετε μια όμορφη κι ελεύθερη ζωή, να κάνετε αυτή τη ζωή μια υπέροχη περιπέτεια!
Στο όνομα της δημοκρατίας, ας χρησιμοποιήσουμε αυτή τη δύναμη για να ενωθούμε! Να αγωνιστούμε για ένα καινούργιο κόσμο, με ευκαιρίες και δουλειά για όλους, μέλλον για τους νέους, ασφάλεια για τους ηλικιωμένους.
Με αυτή την υπόσχεση, οι αγροίκοι πήραν την εξουσία. Είπαν ψέμματα! Δεν κράτησαν το λόγο τους! Οι δικτάτορες ελευθερώνουν τον εαυτό τους, αλλά υποδουλώνουν το λαό. Ο αγώνας μας είναι να κάνουμε πράξη αυτές τις υποσχέσεις!
Να ελευθερώσουμε το λαό, να σπάσουμε τους εθνικούς φραγμούς, να καταργήσουμε την πλεονεξία, το μίσος και τη μισαλλοδοξία. Να αγωνιστούμε για ένα κόσμο δικαίου, όπου η επιστήμη και η πρόοδος θα φέρουν ευτυχία σε όλους! Στρατιώτες! Στο όνομα της δημοκρατίας, ας ενωθούμε!"
Ο
βραβευμένος με Όσκαρτο 2008 για το μικρού
μήκους animation «O Πέτρος και ο Λύκος» Χιου
Γουέλτσμαν και η Ντορότα Κομπιέλα
αποφάσισαν να βάλουν ένα μεγάλο
κινηματογραφικό στοίχημα. Να σκηνοθετήσουν
την πρώτη ταινία που κάθε καρέ της θα
είναι ζωγραφισμένο στο χέρι!
Πρώτα,
λοιπόν, γύρισαν την ταινία σε ένα άδειο
στούντιο (green room) και στη συνέχεια ανέθεσαν
σε ταλαντούχους ζωγράφους να γεμίσουν
τα κάδρα με πινελιές που θα προσομοιάζουν
στο χαρακτηριστικό στιλ του Βαν Γκογκ.
Στην συνέχεια τα εξήντα
πέντε χιλιάδες κινηματογραφικά καρέ
που αποτελούσαν την ταινία ζωγραφίστηκαν στο χέρι σαν ζωντανοί
πίνακες από 125 καλλιτέχνες σε Πολωνία
κι Ελλάδα, με μεγάλο μέρος τους να
αποτελεί «επιχρωματισμένο» υλικό live
action γυρισμάτων με ηθοποιούς.
Ο παραγωγός
Κωνσταντίνος Βασίλαρος ήταν αυτός που
έπεισε τον σκηνοθέτη Χιου Γουέλτσμαν
να στήσει το ελληνικό unit, αποτελούμενο
από είκοσι πέντε ζωγράφους, στο Κορωπί.
Για 9 μήνες τα Mabrida Studios της οικογένειας
Σοφιανού («Φρουτοπία») μετατράπηκαν σε
ένα υπερσύχρονο ατελιέ, όπου ζωγραφίστηκε
πάνω από το 20% της ταινίας.
Loving Vincent, behind the scenes
Στις
12/6 έγινε η πρεμιέρα της ταινίας στο
Ανσί, όπου διοργανώνεται το σημαντικότερο
φεστιβάλ animation. Το «Loving Vincent» έφυγε από
τη Γαλλία κερδίζοντας το βραβείο κοινού
αλλά και τις εντυπώσεις. Από τότε, όπου
κι αν προβάλλεται, οι θεατές αναγνωρίζουν
την κινηματογραφική πρωτοτυπία και το
δημιουργικό θάρρος του.
Η ταινία κέρδισε
το βραβείο κοινού και στο δικό μας
Αnimαsyros 10, με την κατάμεστη αίθουσα να
χειροκροτεί στο φινάλε τους Έλληνες
συντελεστές.
BBC piece about Loving Vincent, the world’s first fully painted feature film
Μέχρι
σήμερα πολλά πράγματα σχετικά με το
τέλος του Βαν Γκογκ παραμένουν
αδιευκρίνιστα. Τελικά αυτοκτόνησε (όπως
είναι η επίσημη εκδοχή) ή δολοφονήθηκε;
Η πλοκή του «Loving Vincent» ξεκινά ένα χρόνο
μετά το θάνατο του ζωγράφου, με τον ήρωα
Αρμάν Ρουλέν να ψάχνει την απάντηση στο
ερώτημα. Με κάθε χαρακτήρα να καταθέτει
τη δική του μαρτυρία και ουσιαστικά την
υποκειμενική του ματιά στα γεγονότα,
η
εύρεση της αλήθειας κάθε άλλο παρά
εύκολη είναι.
Ανακοινώθηκε
από τη σουηδική Ακαδημία το όνομα του
φετινού νικητή του Νόμπελ Λογοτεχνίας.
Ο συγγραφέας ιαπωνικής καταγωγής, Καζούο
Ισιγκούρο, γεννήθηκε το 1954 στο Nαγκασάκι
της Iαπωνίας, αλλά πέντε ετών πήγε με
την οικογένειά του στη Bρετανία.
O Kαζούο Iσιγκούρο
στο πρώτο του μυθιστόρημα, A Pale View of Hills
(1982), κέρδισε το βραβείο Oυίνιφρεντ
Xόλντμπι. Με το δεύτερο μυθιστόρημά του,
An Artist of the Floating World (1986), βραβεύτηκε με τα
βραβεία Oυίτμπρεντ και Σκάνο, ενώ ήταν
επίσης υποψήφιο για το βραβείο Mπούκερ.
The Remains Of The Day (1993) Trailer
Tο 1989, με το The
Remains of the Day κέρδισε το βραβείο Mπούκερ
και έγινε διάσημος σ’ όλο τον κόσμο. Το
βιβλίο του μεταφράστηκε σε 24 γλώσσες,
πούλησε 1.000.000 αντίτυπα μόνο στην αγγλική
γλώσσα, και η ομώνυμη ταινία του Tζέιμς
Άιβορι έγινε παγκόσμια επιτυχία.
Tο επόμενο
μυθιστόρημά του O απαρηγόρητος του 1997
τιμήθηκε με το βραβείο Tσέλτενχαμ και
ένα χρόνο αργότερα το 1998 χρίστηκε από
το γαλλικό κράτος Iππότης των Tεχνών και
των Γραμμάτων.
Ακολούθησαν τα
μυθιστορήματα Tότε που ήμασταν ορφανοί
του 2001 και Μη μ’ αφήσεις ποτέ του 2005, τα
οποία ήταν επίσης υποφήφια για το βραβείο
Mπούκερ, καθώς και οι πέντε ιστορίες που
απαρτίζουν τη συλλογή Νυχτερινά του
2009.
Έξι βιβλία του
κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Καστανιώτη.
Το τελευταίο του μυθιστόρημα, The Buried
Giant (2015), διερευνά πώς η μνήμη σχετίζεται
με τη λήθη, η ιστορία με το παρόν και η
φαντασία με την πραγματικότητα.
Αιτιολογώντας
την απόφασή της, η επιτροπή αναφέρει
πως το βραβείο απονέμεται στον Ισιγκούρο
«ο οποίος, σε μυθιστορήματα μεγάλης
συναισθηματικής δύναμης, έχει αποκαλύψει
την άβυσσο κάτω από την ψευδαίσθησή μας
ότι είμαστε συνδεδεμένοι με τον κόσμο».
Πιστεύω
σ' ένα Θεό, Ακρίτα, Διγενή, στρατευόμενο
πάσχοντα μεγαλοδύναμο, όχι παντοδύναμο,
πολεμιστή στ' ακρότατα σύνορα, στρατηγό
αυτοκράτορα σε όλες τις φωτεινές
δυνάμεις, τις ορατές και τις αόρατες.
Πιστεύω
στ' αναρίθμητα, εφήμερα προσωπεία που
πήρε ο Θεός στους αιώνες και ξεκρίνω
πίσω από την άπαυτη ροή του την
ακατάλυτη ενότητα.
Πιστεύω
στον άγρυπνο βαρύν αγώνα Του, που δαμάζει
και καρπίζει την ύλη τη ζωοδόχα, πηγή
φυτών και ανθρώπων.
Πιστεύω
στην καρδιά του ανθρώπου, το χωματένιο
αλώνι, όπου μέρα και νύχτα παλεύει ο
Ακρίτας με το θάνατο.
"Βοήθεια!"
κράζεις, Κύριε. "Βοήθεια!" κράζεις,
Κύριε, κι ακούω.
Μέσα
μου οι προγόνοι και απογόνοι κι οι ράτσες
όλες, κι όλη η γης, ακούμε με τρόμο, με
χαρά, την κραυγή Σου.
Μακάριοι
όσοι την ακούν και χύνουνται να σε
λυτρώσουν Κύριε, και λεν: "Εγώ και
συ μονάχα υπάρχουμε".
Μακάριοι
όσοι σε λύτρωσαν, σμίγουν μαζί Σου Κύριε,
και λεν: "Εγώ και Συ είμαστε Ένα".
Και
τρισμακάριοι όσοι κρατούν, και δε λυγούν,
απάνω στους ώμους τους, το μέγα, εξαίσιο,
αποτρόπαιο μυστικό: