Μετάφραση από το βιβλίο ‘’Γκέμμα’’ του Δημήτρη Λιαντίνη και Video.Από
το βιβλίο: ‘‘Η χαρούμενη επιστήμη’’
- Friedrich Nietzsche, Στοχασμός 125.
Ο
Τρελός
Δεν
έχετε ακουστά για κείνο τον Τρελό, που
μέσα στο ντάλα μεσημέρι άναψε ένα φανάρι,
όρμησε στη μέση την Αγορά, και άρχισε
να φωνάζει:
«Ψάχνω
για το θεό, ψάχνω για το θεό!»
Εκεί υπήρχαν άνθρωποι πολλοί που δεν
πίστευαν στο θεό. Και αναμεταξύ τους ο
Τρελός ξεσήκωσε άγριο γέλιο. Απολέσθηκε,
ρε; είπε ο ένας. Μήπως έχασε το δρόμο του
σαν τα μικρά παιδιά; είπε ο άλλος. Μήπως
κρύφτηκε κάπου; Μήπως βαρκαρίστηκε σε
καράβι, και έσυρε στην ξενιτειά; Έτσι
ρώταγαν και γελούσαν.
Τότες
ο Τρελός πήδηξε καταμεσής στους άθεους,
τους κοίταξε άγρια στα μάτια, και είπε:
«Ρωτάτε
πού πήγε ο θεός; Εγώ θα σας πώ. Τον
σκοτώσαμε! Εσείς κι εγώ τον σκοτώσαμε.
Όλοι εμείς είμαστε οι φονιάδες του.
Μα
πώς κάναμε τέτοιο κακό; Πώς φτάσαμε ν'
αδειάσουμε τις θάλασσες; Ποιος μας έδωκε
το σφουγγάρι και σβήσαμε τους ορίζοντες;
Πώς έγινε τρόπος να κόψουμε τη γης από
το μαγνήτη του ήλιου; Για πού τραβάει
τώρα η γης; Κι εμείς χωρίς τον ήλιο, για
πού τραβάμε τώρα εμείς;
Κοίτα
πώς γκρεμιζόμαστε μπροστά. Πώς τραβάμε
πίσω, πάνου, κάτου, αριστερά, δεξιά. Σε
όλα τα σημεία.
Στέκεται
στη θέση του ακόμα το Πάνω και το Κάτω;
Η στράτα μας δεν είναι μια περιπλάνηση
μέσα στο ατελεύτητο Τίποτα; Η απογειάδα
του άδειου χώρου δε μας παραφυσάει
θανάσιμα; Δε γίνεται πιο παγερή η παγωνιά
μας; Νύχτα πάνου στη νύχτα, δε μας κυκλώνει
ζοφερότερη η νύχτα; Δέκα η ώρα το πρωί,
και πρέπει ν' ανάψουμε τα φανάρια μας.
Ακούστε,
λοιπόν τους νεκροθάφτες! Τον κρότο που
κάνουν, καθώς παραχώνουν το θεό. Δεν σας
παίρνει τη μύτη η θεϊκή αποσύνθεση;
Γιατί και οι θεοί σαπίζουν.
Πέθανε
ο θεός! Ο θεός είναι νεκρός! Κι αυτοί που
τον σκότωσαν είμαστ' εμείς. Είμαστε οι
φονιάδες πάνου απ' όλους τους φονιάδες.
Ποιος
μπορεί να μας παρηγορήσει τώρα; Το Άγιο
και το Ισχυρό, εκείνο που άρμοζε ως τώρα
σε τάξη τον κόσμο και τη φύση, στάζει
αίματα ανάμεσα στα μαχαίρια μας.
Ποιος
θα σκουπίσει τα ματωμένα μας χέρια; Ποια
αγιασμένα ύδατα θα μας γίνουν καθαρμοί;
Τι λογής αγνιστήριες γιορτές, τι λογής
ιερούς αγώνες θα θεσπίσουμε; Το μέγεθος
αυτής της πράξης είναι πάνου από το
μέτρο των ανθρώπων.
Τώρα
πρέπει οι ίδιοι εμείς να γίνουμε θεοί!
Έτσι μόνο θα σταθούμε στο ύψος της πράξης
του φόνου. Γιατί δεν εξανάγινε στυγερότερη
πράξη. Αυτοί που θα ζήσουν μετά από μας,
έχοντας πίσω τους ένα τέτοιο πελώριο
έργο, θα ζήσουνε σε μια εποχή ανώτερη
απ' όλες τις εποχές μέχρι τώρα.»
-
Στο σημείο αυτό ο Τρελός σταμάτησε.
Γύρισε τη ματιά του τριγύρω στους
ανθρώπους, και οι άνθρωποι τον κοίταζαν
χαμένοι. Ο Τρελός βρόντηξε τότες το
φανάρι του στη γης. Και το φανάρι σβήστηκε
σπάζοντας χίλια κομμάτια.
«Φτάνω
νωρίς, τους είπε. Φτάνω προτού φτάσει
το πλήρωμα του χρόνου. Ετούτη η πελώρια
πράξη βρίσκεται καθ' οδόν. Ταξιδεύει.
Δε χτύπησε ακόμη στ' αυτιά των ανθρώπων.
Χρειάζεται χρόνο η αστραπή και η βροντή.
Το φως των αστεριών χρειάζεται χρόνο.
Οι πράξεις των ανθρώπων χρειάζουνται
χρόνο από τότε που γίνανε, ως τότε που
θα φτάσουν στα αυτιά και στα μάτια τους.
Και η πράξη τούτη είναι πιο μακρυνή από
τα μάκρυνα αστέρια. Και όμως, αυτοί που
την κάμανε είμαστ' εμείς!»
Λένε ακόμη πως εκείνη την ίδια μέρα ο
Τρελός μπήκε σε πολλές εκκλησίες, και
κλαίγοντας σύνθεσε το δικό του Requiem για
τον αιώνιο θάνατο του θεού. Ύστερα βγήκε
και είπε τα τελευταία του λόγια:
«Μα
τι είναι αυτές οι εκκλησιές των ανθρώπων,
αν δεν είναι οι σπηλιές και τα μνήματα
του θεού;»
Η Λένα Πλάτωνος θα παρουσιάσει στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης στις 7 Δεκεμβρίου 2018 για μία και μόνη συναυλία μαζί με μια ομάδα ταλαντούχων μουσικών και ερμηνευτών τραγούδια από όλη τη δισκογραφία της, καθώς και κομμάτια από την πιο πρόσφατη δουλειά της, στην οποία μελοποίησε Emily Dickinson.
Μια μοναδική συναυλία της Λένας Πλάτωνος. Η πολύ σημαντική Ελληνίδα συνθέτρια παρουσιάζει για πρώτη φορά έναν κύκλο αγγλόφωνων τραγουδιών, με τίτλο Hope is the thing with feathers, σε ποίηση της Emily Dickinson.
Η συνάντησή της Πλάτωνος με τη μεγάλη Αμερικανίδα ποιήτρια Έμιλυ Ντίκινσον ήταν αρκετά καθοριστική, ώστε να αποφασίσει να εκτεθεί με τραγούδια πάνω στην ποίησή της που έχει αφάνταστη μουσικότητα και μοιάζει να γράφτηκε χθες, ενώ έχει γραφτεί τον προπερασμένο αιώνα και, μάλιστα, μέσα σε εντελώς παράδοξες συνθήκες.
Η Ντίκινσον, αν και ήταν κλεισμένη μέσα στο σπίτι λόγω ψυχικής διαταραχής, παρουσιάζει την εικόνα του ποιητή που έχει βαθύτατη επαφή με την εξωτερική και εσωτερική πραγματικότητα...
Οι αντένες της έπιασαν με φανταστική ευαισθησία τα μεγάλα θέματα της ανθρώπινης ύπαρξης, δηλαδή τον Έρωτα και το Θάνατο, στα οποία είναι αφιερωμένο το μεγαλύτερο μέρος του έργου της.
Η Πλάτωνος διάλεξε δέκα ποιήματά της, τα περισσότερα ερωτικά, τα οποία δούλεψα για δύο γυναικείες φωνές σε διάστημα περίπου ενός χρόνου.
Η
κολεκτίβα από τη Γαλλία υπάρχει από το
2006 και αυτοπροσδιορίζονται ως dark jazz,
άλλοι το ονομάζουν Doom Jazz,
άλλοι post-jazz και
άλλοι για ευκολία modern-jazz.
Ταμπελίτσες ελκυστικές. Ανέκαθεν
η μουσική βιομηχανία κανιβαλιζόταν. Οι
ταμπέλες είναι το σαράκι της μουσικής
και της τέχνης γενικότερα.
Οι
Γερμανοί
Bohren & der Club of
Gore, οι Ολλανδοί,
που είχαν δύο συγκροτήματα
που διαλύθηκαν και τα δύο όμως , τους
The Mount Fuji Doomjazz Corporation και τους The
Kilimanjaro Darkjazz Ensemble και οι Γάλλοι, Dale
Cooper Quartet & The Dictaphones.
Οι
τρεις αυτές μπάντες είναι
αυτοί που έχουν καταφέρει
ως τώρα να προσδιορίσουν το συγκεκριμένο
μουσικό ιδίωμα σε ένα ευρύτερο κοινό
και είναι μάλλον απίθανο να υπάρχουν
παρόμοιοι μουσικοί που να μπορούν να
αποδώσουν τη συγκεκριμένη ιδιοσυγκρασία
το ίδιο εκλεπτυσμένα. Αν και έχουν
ουσιαστικές διαφορές μεταξύ τους , με
τις δύο τελευταίες να ξεφεύγουν αρκετά
από την έννοια του Doom πολλές φορές, η
αφετηρία τους είναι κοινή και εμφανής.
Εμείς σήμερα θα μιλήσουμε
για τους Dale Cooper Quartet &
The Dictaphones.
Parole De Navarre - 2006
Πολλοί
μπορεί να αναφερθούν σε ambient jazz, ή
horror/dark jazz δείχνοντας, στην ουσία, τις
τρεις προαναφερθείσες μπάντες. Η σχέση
τους με film noir και ταινίες τρόμου δεν
είναι καθόλου αμελητέα επίσης. Αν και
για πολλούς μουσικόφιλους τέτοια
ηχοχρώματα υπάρχουν ήδη σαν μικρό
υποσύνολο μουσικών της δισκοθήκης τους,
η έννοια της Doom Jazz έχει δημιουργήσει
ένα μικρό φανατικό κοινό που όλο και
εξαπλώνεται και αρχίζει να γίνεται
ιδιαίτερα δημοφιλής σε κόσμο που ουδεμία
αγάπη τρέφει για τον χώρο του metal, ούτε
της jazz. Και αυτό είναι το παράδοξο κάποιων
μουσικών υβριδίων. Ίσως όχι και τόσο
παράδοξο τελικά.
To
Dale Cooper είναι όνομα δανεικό από τον
πρωταγωνιστή πράκτορα του FBI της
περιβόητης σειράς μυστηρίου Twin Peaks, σε
σκηνοθεσία του David Lynch. Η μουσική της
σειράς τότε ήταν γραμμένη από τον Angelo
Badalamenti. Ο ίδιος ο Badalamenti αποκαλούσε τα
μουσικά του θέματα “Cool Jazz”. Είναι
προφανής η αγάπη του κουαρτέτου από τη
Γαλλία για το Twin Peaks, για την αισθητική
του.
Metamanoir - 2011
Φρίκη,
τρόμος, κλειστοφοβία, σκοτεινή ατμόσφαιρα,
jazz αισθητική και φιλοσοφία. Και ο όρος
doom είναι το κλειδί της όλης ιστορίας :
Είναι δανεισμένος από το χώρο του metal,
που όσο τρομακτικά παρεξηγήσιμο και αν
ακούγεται, αυτή είναι η αλήθεια. Οι
μουσικοί είναι επηρεασμένοι από το χώρο
του Doom Metal, τόσο σε επίπεδο ατμόσφαιρας,
όσο και σε επίπεδο τεχνικής. Έχουν
υπάρξει πολλές αποτυχημένες προσπάθειες
ανάμιξης του doom και της jazz και το
αποτέλεσμα ήταν κάτι που ικανοποιούσε
κυρίως τους ακροατές του πρώτου, αφού
στην ουσία κατέληγαν σε ένα είδος
πειραγμένης metal, ή σκοτεινής πειραματικής
ambient, δίχως τη γέννηση μιας νέας ταυτότητας.
Κοινώς, ήταν κάτι άλλο.
Από
τη μεριά της Jazz, το Doom έρχεται να
προσδιορίσει όχι τόσο την αισθητική,
όσο το ρυθμό ενός κομματιού. Είναι,
δηλαδή, σχεδόν καθαρά τεχνικοί οι λόγοι
που οδηγoύν στο να χρησιμοποιηθεί αυτός
ο όρος. Το Doom είναι ένας ρυθμός κυρίως
στα drums εξαιρετικά αργός και
επαναλαμβανόμενος, δημιουργώντας μιαν
ατμόσφαιρα σκοτεινή και επιβλητική.
Δεν είναι καθόλου εύκολο να συνδυαστεί
με ένα παρανοϊκό σαξόφωνο, ή μια κακιασμένη
τρομπέτα. Το υβρίδιο είναι δύσκολο και
χρειάζεται πολλή προσοχή στη δημιουργία
του.
Quatorze Pieces De Menace - 2013
Ο
αυτοσχεδιασμός είναι έκδηλος, η ατμόσφαιρα
είναι ανακατεμένη, ομιχλώδης. Η ιδέα
ενός live σχεδόν σε προκαλεί. Τα ακουστικά
όργανα (μπάσο, drums, τρομπέτα, σαξόφωνο)
έρχονται και ενώνονται με διάφορα
samples και σκοτεινά μπλιμπλίκια, εκεί που
παραπέμπει το Dictaphones στο όνομα της
μπάντας. Κάποιοι τους ορίζουν ως “Funeral
Jazz”. H ίδια η μπάντα στο site της στο myspace
δηλώνει ambient. Δεν υπάρχουν ταμπέλες που
να μπορούν να προσδιορίσουν το ποιόν
των Dale Cooper & The Dictaphones. Μονάχα η ακρόαση
δίνει την τελική εικόνα. Μια εικόνα
σουρεαλιστική, ανατριχιαστική,
ανακουφιστική, ονειρική. Το συνάφι αυτό,
άλλωστε, αγαπά το David Lynch, τη jazz, τις
ταινίες τρόμου, τη φαντασία.
οι
Γάλλοι Dale Cooper, αγγίζουν την jazz επιδερμικά
και απλά τη χρησιμοποιούν περισσότερο
σαν ένα αισθητικό –ηχητικό μέσο για να
χωρέσουν μέσα του την σκοτεινή μουσική
τους, παρά σαν αυτούσιο το ίδιο το μουσικό
ιδίωμα. Η μουσική τους αναμφίβολα
λοξο-φλερτάρει με ένα σωρό επιρροές και
ερεθίσματα, αλλά σε καμία περίπτωση το
αργόσυρτο του χαρακτήρα της και κυρίως
το αχανές, χαλαρό μουσικό ύφος της δεν
μοιάζει με jazz. Δίνουν μεγαλύτερη βαρύτητα
στο dark στοιχείο και το συνδυάζουν με
ένα σωρό διαφορετικές επιρροές
δημιουργώντας έτσι μια αμιγώς ατμοσφαιρική
μουσική, στηριγμένη σε ambient χαλιά με
καλοδεχούμενη πειραματική διάθεση και
έντονα σκοτεινό ύφος.
Dale Cooper Quartet & The Dictaphones/Witxes - Split 2014
Η
μουσική τους είναι σκοτεινή και, ναι,
τζαζίζει μελαγχολικά. Την ίδια στιγμή,
χάνεται σε drone/ambient δρόμους, ορκίζεται
στο όνομα του ύψιστου τζαμαριστού
αυτοσχεδιασμού μοιάζει με το ατελείωτο
νυχτερινό ταξίδι ενός τρένου μέσα σε
μια ανύπαρκτη μητρόπολη.
Τα
απλωμένα πνευστά βουτάνε σε αβύσσους,
απλώς αλλάζοντας ημιτόνια με μια
θριαμβευτική less is more σιγουριά και το
τρένο σφυρίζει με ανθρώπινες αναπνοές.
Μεραρχίες από χλωμά πορτοκαλί φώτα,
σπειροειδείς λεωφόροι και μαύρα τούνελ
εναλλάσσονται τυχαία, ατέρμονα. Με το
κεφάλι ακουμπισμένο στο τζάμι, πας σε
στιγμές να αποκοιμηθείς, πετιέσαι από
όνειρο σε όνειρο κι οι σκέψεις σου δεν
έχουν συνοχή. Αυτό το μέρος δεν είναι
το Twin Peaks (αν και ως μπάντα τον Badalamenti τον
έχουμε μελετήσει) και σίγουρα δεν είναι
η γενέτειρα τους Brest, κάπου εκεί στη
Βρετόνη. Είναι μια γιγάντια πόλη – μήτρα
του μέλλοντος που χάνεται στις ζωντανές
της ονειροπολήσεις. Ένα άλμπουμ στο
οποίο δεν μοιάζει να συμβαίνουν πολλά.
Αν του δώσεις όμως τη σωστή συνθήκη,
επιταχύνει και ό,τι μοιάζει ως στατικό
μετατρέπεται σ’ ένα παράξενο ψυχικό
time-lapse.
Ανήλιαγοι
στενοί διάδρομοι, θαμμένα κελάρια,
ανύπαρκτες σοφίτες.Άλυτα μυστήρια,
σιωπηρές κραυγές από το πουθενά.
Ψυχοφθόροι αυτοσχεδιασμοί, δηλητηριώδεις
κισσοί στους τοίχους, καπνός χωρίς
φωτιά. Όλα άρχισαν στη Βρέστη, στη γαλλική
Βρετάνη, στο δυτικότερο λιμάνι της
χώρας. Μετά μονάχα ο Ατλαντικός. Εκεί
συναντήθηκε το μυστηριώδες κουαρτέτο
το 2002. Επί τρία χρόνια οι μουσικοί έπαιζαν
και αυτοσχεδίαζαν.
Astrid Astrid - 2017
Αργόσυρτη
jazz, σκοτεινή ambience, ανατριχίλα. Δεν είναι
ένα μουσικό ταξίδι, μάλλον ένας ονειρικός
λαβύρινθος χωρίς έξοδο. Το σαξόφωνο σε
προϋπαντεί, είναι μόνο του, με πολλές
παύσεις. Ένα είδος ψυχαναγκασμού του
ακροατή, μια εισαγωγή στο τι πρόκειται
να επακολουθήσει. Στο τρίτο λεπτό μία
αυτιστική ηλεκτρονική νότα να συνεχίζει
ασταμάτητα μέχρι το κλείσιμο σε ένα
υπόγειο κελάρι χωρίς φως.
Όπως
και το κρασί όταν είναι νέο απευθύνεται
μονάχα σε ειδικούς, εντούτοις όταν
παλιώσει το αποζητούν όλοι... αλλά τι
λέω; Ποιός μπορεί να είναι ειδικός σε
αυτό το μουσικό είδος; Ας σοβαρευτώ.
H
Jazz λοιπόν. Αυτή η τέχνη που μπορεί να
παρομοιαστεί με τόσα πολλά πέρα από την
μουσική αλλά από την άλλη μέσα σε αυτή
είναι δύσκολο να προσδιοριστεί. Αυτή η
τέχνη με τις ένδοξες μαύρες ρίζες που
πια στην πλειονότητα της απολαμβάνεται
από λευκούς, όμως αυτό είναι άλλου παπά
ευαγγέλια και δεν είναι της παρούσης.
Live at The Place / 01/12/2017
Πολλά
στην ζωή μοιάζουν με την Jazz, διότι είναι
καλύτερα όταν αυτοσχεδιάζεις. Κατά
γενική ομολογία όλα γύρω από αυτή την
τέχνη είναι θέμα ρυθμού και νοήματος,
αλλά αν πραγματικά θα έπρεπε να καταλήξεις
σε μια θεωρία ή να την κατατάξεις κάπου
τότε σίγουρα δεν θα μπορούσες να δώσεις
μια ικανοποιητική απάντηση. Ίσως είναι
καλύτερα να την χαρακτηρίζεις με κάτι
έξω από την μουσική όπως προείπα και
στην αρχή, να χρησιμοποιείς μια αλληγορία
ή στην τελική να αφήνεις την φαντασία
σου να μιλήσει με απλά λόγια και τότε
αυτή από μόνη της κάπου θα σε βρει.
«Painting, i think it's like Jazz», όπως είχε πει και
ο μεγάλος Brian Eno.
ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ
Parole De Navarre - 2006
Metamanoir- 2011
Quatorze Pieces De Menace - 2013
Dale Cooper Quartet & The Dictaphones/Witxes - Split 2014
Η
Λάβρυς παρουσιάζει τη μεγαλειώδη έκθεση
– εμπειρία Van Gogh Alive – The Experience από
τις 23 Νοεμβρίου 2018 μέχρι τις 20
Ιανουαρίου 2019 στο χώρο της ΔΕΘ στη
Θεσσαλονίκη. Μια συναρπαστική έκθεση,
μια συγκλονιστική εμπειρία, ένα
διαδραστικό τεχνολογικό θαύμα, μια νέα
προσέγγιση για τους τρόπους που τα νέα
μέσα και η τεχνολογία “επικοινωνούν”
με τους μεγάλους καλλιτέχνες.
Μια
έκθεση που είδαν περισσότεροι από
200.000 θεατές στην Αθήνα και περισσότεροι
από 10.000.000 θεατές σ’ όλο τον κόσμο. Ένας
αρμονικός και δημιουργικός διάλογος
ανάμεσα στην υψηλή τεχνολογία και τα
νέα πολυμέσα με τους μεγάλους εικαστικούς
δημιουργούς. Μια εκπαιδευτική και
ταυτόχρονα άκρως διασκεδαστική διαδικασία
για τα παιδιά, τους νέους, όλους μας!
3.000
πίνακες, σκίτσα αλλά και κινούμενες
εικόνες προβάλλονται από το φημισμένο
σύστημα υψηλής τεχνολογίας SENSORY4™
παντού: στους τοίχους, τις κολόνες, την
οροφή, το πάτωμα. Σε έναν χώρο 1.500 m2,
40 και πλέον πολυκάναλοι προβολείς υψηλής
ευκρίνειας, με ήχο υψηλής πιστότητας,
δημιουργούν μία εκπληκτική απεικόνιση
στις πολλαπλές επιφάνειες, δημιουργώντας
μία μοναδική εμπειρία για τις αισθήσεις.
Τα
διαχρονικά αριστουργήματα του Βαν Γκογκ
ζωντανεύουν και ο επισκέπτης γίνεται
αναπόσπαστο κομμάτι τους. Αποσυντίθενται
και ανασυντίθενται, αποκαλύπτουν την
εποχή που δημιουργήθηκαν, το πώς
ολοκληρώθηκαν, από που προήλθαν τα
ερεθίσματα της έμπνευσής τους. Εμπλέκονται
με τη ζωή και τα βιώματα του δημιουργού
τους, μας συνοδεύουν μέσα από τις
πολύχρωμες στοές της έκθεσης σ’ ένα
ταξίδι στα μέρη που έζησε και δημιούργησε,
στο Άμστερνταμ, στην Προβηγκία, στο
Παρίσι. Υπερβαίνοντας τον χρόνο και το
χώρο, με κύματα ήχων και μουσικής, φωτός
και χρωμάτων που προσκρούονται πάνω
μας, εισχωρώντας μέσα μας, η έκθεση-εμπειρία
“Van Gogh Alive – the experience” μας επιτρέπει να
εισπράξουμε, να αντιληφθούμε, να
κοινωνήσουμε τον εσωτερικό κόσμο του
ίδιου του Βίνσεντ. Μία ολοζώντανη
πανδαισία, που διεγείρει και θρέφει
όλες τις αισθήσεις, που διευρύνει το
μυαλό μ’ έναν μοναδικό τρόπο.
Αυτό
το ιδιότυπο και εντυπωσιακό “πλανητάριο”,
μεταφέρει μ’ έναν ονειρικό τρόπο,
ακαριαία τους επισκέπτες στο σύμπαν
του Βίνσεντ Βαν Γκογκ. Αντικατοπτρίζοντας
το όλον του. Τη δημιουργία, τις
συναισθηματικές εναλλαγές, την ψυχική
του κατάσταση, τη θυελλώδη ζωή του. Τους
καλεί να αφεθούν απαλά σε μία πρωτόγνωρη
επικοινωνία και επαφή, να βυθιστούν
γλυκά σε μία εμπειρία τονωτική, πλούσια
και αλησμόνητη.
Σ’
αυτή τη διαδικασία ο θεατής, αφού
ενσωματωθεί κυριολεκτικά ως συστατικό
της στοιχείο, παρεμβαίνει ακολούθως
και ο ίδιος με την σειρά του μέσω των
social media σε πραγματικό χρόνο και χώρο -οι
παρεμβάσεις του προβάλλονται μέσα στην
ίδια την έκθεση στο Facebook & Twitter Wall, ενώ
διαχέονται και σ’ όλους τους υπόλοιπους
επισκέπτες, σε μία εξαιρετική αναγωγή
της συγκινησιακής εξατομικευμένης
εμπειρίας σε συλλογική. Μέσω της καθολικής
επικοινωνίας με την Τέχνη, που διασφαλίζει
και την απόλυτη εις βάθος επικοινωνία
του θεατή-επισκέπτη, με τα έργα αλλά και
τον δημιουργό τους.
Ελπίζω να είσαι εσύ τελικά ο παραλήπτης του μηνύματος αυτού γιατί σε ψάχνω, θα ήθελα μια μέρα να μας δω όπως ήμασταν παλαιότερα αλλά κάτι έχει αλλάξει.
Έλληνα θυμάσαι όταν ήσουν ακόμα στη νεαρή σου και αθώα ηλικία;
Θυμάσαι που διδάχτηκες τα λόγια και τις προσταγές ενός αλλοδαπού θεού;
Τότε ακόμη, πριν καν το μυαλό σου φτάσει σε σημείο να κατανοεί την ίδια σου την γλώσσα ήδη ήξερες να προσεύχεσαι σε ένα αιμοδιψή θεό, προστάτη ενός ανατολικού λαού που δια πυρρός και σιδήρου επέβαλε τα ήθη και έθιμα του..
Έλληνα σε κάνανε να ξεχάσεις, κάποτε ήσουν ο σπόρος μιας γης ηρώων και σοφών.
Κάποτε για τους πατέρες σου, αδέρφια και αδερφές σου, λέγανε θαυμάσια λόγια.
Μιλάγανε για αυτούς που δίδαξαν παντού παιδεία και επιστήμες, ήθος και αρετές, θάρρος και ανδρεία.
Κάποτε Έλληνα μιλάγανε για σένα.
Κοίτα γύρω σου και αναρωτήσου, γιατί αλλάξαν οι καιροί;
Τι έγινες εσύ, ο πιο θαυμαστός όλων που άφησαν το σημάδι τους στον κόσμο;
Έχεις ξεχάσει...
Μετά από αιώνες που ακούραστα καίγανε τις γνώσεις σου, μετά από αιώνες γενοκτονίας και αίματος,
κατέφεραν εσένα τον λαμπρότερο όλων, να σε αλλάξουν, από ελευθερία να ζητάς δουλεία, από αρετή να ζητάς ταπείνωση και προσκύνημα.
Από γνώση να ζητάς την άγνοια, από την ζωή να προτιμάς να προσκυνάς λείψανα νεκρών, από το φυσικό να προτιμάς το αφύσικο, από την ομορφιά, να προτιμάς την ασχήμια αλλά το χειρότερο όλων από την τέλεια αντίληψη του κόσμου σε έκαναν να προτιμάς έναν «θεό» που του χαρίζεις τον κόσμο.
Δεν είσαι αυτός Έλληνα, δεν έχεις καμία σχέση με αυτούς που σου λένε.
Αυτούς που σε βαφτίζουν από βρέφος, σε αποκαλούν δούλο του θεού τους, Ιαχωβά.
Σου κάνουν πλύση εγκεφάλου να αγαπήσεις τον Ναζωραίο υιό του, τον βασιλεύ των Ιουδαίων.
Δεν έχεις καμία σχέση με αυτούς που ονόμασαν Μέγα και Άγιο κάθε δολοφόνο των προγόνων σου.
Δεν έχεις απολύτως καμία σχέση με αυτούς που σου ρημάζουν την ψυχή και δεν σε αφήνουν να ανθήσεις, όπως μόνο εσύ μπορείς.
Δεν σε αφήνουν να επιστρέψεις στο μοναδικό επίπεδο που είχες κατακτήσει και που με αυτό, αιώνες τώρα έχεις κερδίσει τον θαυμασμό κάθε νοήμον ανθρώπου στην οικουμένη.
Μόνος τρόπος Έλληνα να ξαναγίνεις αυτό που ήσουν, να μάθεις να αντιστέκεσαι, να μην είσαι δούλος είναι να βρεις το χαμένο κομμάτι του εαυτού σου. Βρες εκείνο το κενό μέσα σου, που σε καλεί να λατρέψεις τους αληθινούς θεούς και ήρωες σου, βρες το χαμένο σου εαυτό και όλα τα άλλα θα έρθουν με την σειρά τους.
Δεν γίνεται να κατακτήσεις τον κόσμο σε μια μέρα
Γίνεται όμως να ξαναγίνεις Έλληνας σε ένα μονάχα λεπτό, θα το νιώσεις, σε καλεί.
Μορφώσου, πάλεψε, νιώσε όλα αυτά που σε αναγκάσανε να ξεχάσεις.
Όταν θα σε διακατέχει ένα πρωτόγνωρο συναίσθημα, αυτό λέγεται δικαιοσύνη, το αίμα σου την ζητά
οι πρόγονοι σου την ζητάνε, οι βιβλιοθήκες με τις γνώσεις σου, οι Θεοί σου.
Η χώρα σου σε ζητάει να την ελευθερώσεις, μην κλίνεις τα αυτιά σου.
Η ελληνική γραμματεία σε περιμένει, η διαθήκη των σοφών πατέρων σου σε περιμένει.
Το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να την διαβάσεις και να την μελετήσεις,να την δεις μέσα απ τα μάτια τους και όχι με τις παρωπίδες που σε αναγκάσανε να έχεις και θα καταλάβεις τότε, πως η θυσία τους τότε δεν πήγε χαμένη.
Εγώ Έλληνα όσο ετών κι αν είσαι, όποτε και να τα διαβάσεις αυτά και όπου και αν είσαι,
είτε υπάρχω είτε όχι,θέλω να ξέρεις αδελφέ μου Έλληνα, δεν έχω χάσει την ελπίδα μου για σένα
Να θυμάσαι πάντοτε, γνώθι σαυτόν και ελπίζω κάποτε να σε ξαναδώ.
Πριν
από χρόνια, τέτοιες μέρες, έφευγε ο Νίκος
Νικολαϊδης από τη γειτονιά μας. Σκέφτηκα λοιπόν φέτος, να
αντιγράψω μερικά κομμάτια από το σενάριο
της Πρωινής Περιπόλου, έναν voiceover διάλογο
στον οποίο επιτυγχάνεται κάτι ασύλληπτο
–αποσπάσματα από τη "Ρεβέκα" της
Δάφνης ντι Μοριέ (σκηνοθεσία Άλφρεντ
Χίτσκοκ η ταινία), το "Καλοκαίρι του
’42" του Ρόμπερτ Μάλιγκαν, τον "Μεγάλο
Ύπνο" του Ρέιμον Τσάντλερ και
το "DoubleIndemnity" του
Μπίλι Γουάιλντερ (σενάριο επίσης του
Ρέιμον Τσάντλερ παρακαλώ!) δένονται με
κομμάτια από τον "Συμεών στον Άδη"
του ίδιου του Νίκου Νικολαϊδη. Δένονται
–πάει να πει οτι αν δεν έχεις δει τις
παλιές ταινίες είναι αδύνατο να βρεις
σε ποιον ανήκει κάθε κομμάτι, τόσο μασίφ
είναι το μίγμα! Γιατί υπήρξαν κάποτε
κάποιοι, που γνώριζαν τον τρόπο να τιμούν
τις επιρροές τους -υπήρξαν κάποιοι που
ήξεραν να κλείνουν το μάτι στον θεατή
χωρίς κόμπλεξ.
Γυναίκα:
Χτες
βράδυ ονειρεύτηκα πως ξαναγύρισα στο
Μάντερλεϊ… Μου φάνηκε πως πέρασα τη
μεγάλη σιδερένια πόρτα του κήπου με τα
σκουριασμένα κάγκελα και πήρα τη μεγάλη
αλέα που απλωνόταν μπροστά μου… Ο δρόμος
τώρα ήταν ένα μονοπάτι στενό κι
απεριποίητο, όχι έτσι όπως τον ξέραμε
παλιά και τα πλακόστρωτο ήταν σκεπασμένο
με αγριόχορτα, υγρασία και ξερόκλαδα.
Ξαφνικά,
λέει, το σπίτι βρέθηκε μπροστά μου και
σταμάτησα εκεί … Γιατί αυτό ήταν, λέει,
το Μάντερλεϊ, το δικό μας Μάντερλεϊ,
σιωπηλό και γεμάτο μυστήριο όπως πάντα,
με τις γκρίζες πέτρες του να γυαλίζουν
στο φεγγαρόφωτο του ονείρου μου.
Όταν
δεν κοιμάμαι και ζω μέσα στον φόβο,
σκέφτομαι το Μάντερλεϊ χωρίς να νιώθω
καμιά πίκρα.
Αυτές
οι εικόνες δεν θα χαθούνε ποτέ γιατί
είναι αναμνήσεις που δεν πληγώνουν. Όλα
αυτά τα ξέρω όταν ονειρεύομαι, γιατί
όπως όλοι μας, ξέρω και ‘γω οτι
ονειρεύομαι… Ένα είναι το σίγουρο
–δεν μπορούμε να ξαναγυρίσουμε πίσω.
Το παρελθόν είναι ακόμα πολύ κοντά…
Δεν έχουμε πια μυστικά μεταξύ μας. Όλα
τα πράγματα είναι μοιρασμένα και δεν
μιλάμε για το Μάντερλεϊ… Γιατί αυτός
ο τόπος δεν είναι πια δικός μας… δεν
υπάρχει πια Μάντερλεϊ…
Πρέπει
να μιλάω συνέχεια γιατί αλλιώς θα πεθάνω…
Πρέπει να περπατάω συνέχεια κάτω και
δίπλα στον δρόμο, με κίνδυνο να πέσω
πάνω στην Πρωινή Περίπολο, γιατί αν
σταματήσω, θα κοιμηθώ και δε θα ξυπνήσω
ποτέ, όπως τόσοι σαν κι εμάς… Γιατί κάτι
μου συνέβη καθώς γύριζα σπίτι μετά από
τόσα χρόνια και δεν είμαι πια η ίδια…
Αυτό είναι που θυμάμαι όλο κι όλο..
Καμιά
φορά τους βλέπω από μακριά να περνάνε
τους λόφους και να κατεβαίνουν προς τα
δυτικά… Πεθαίνουν πηγαίνοντας προς τα
δυτικά, ή σκοτώνονται μεταξύ τους για
λίγο νερό, ή πέφτουν πάνω στ΄αποσπάσματα.
Ο
μαύρος βαλές στην κόκκινη ντάμα, ο μαύρος
άσσος στο τρία… Έτσι πρέπει να γίνει.
Τώρα βρίσκομαι χιλιόμετρα μακριά από
το σπίτι μου, σε μια χώρα που μου φαίνεται
ξένη και σε λίγα λεπτά μπορεί να ξυπνήσω
ή και να βρεθώ σκοτωμένη στο πλάι του
δρόμου…
Την
Άνοιξη που μας πέρασε, ένιωσα πολύ
κουρασμένη και κατάλαβα οτι άρχισα να
γερνάω…
Είμαστε
λοιπόν στα μέσα του χειμώνα και τα
πράγματα είναι χειρότερα από τότε.. Έχω
ένα παλτό, ένα μαχαίρι και νιώθω πολύ
άσχημα.
Σκέπτομαι
πως μπορεί κάποτε να ‘χα κάποιον άντρα…
ή πάλι να ζούσα με τους γονείς μου… Ο
πατέρας μου θα ΄χει πεθάνει τώρα.
Ο
κόσμος μας είναι ένας τάφος που στα
ερείπιά του είναι θαμμένος ο φόβος και
ο πόνος μας.
Τι
να το κάνεις το που βρίσκεσαι, αν είναι
να ‘σαι νεκρός. Στα βρωμόνερα ή σε
μαρμαρένιο Πύργο ψηλά, τι σημασία έχει.
Είσαι
πια νεκρός και δε σε νοιάζει για τίποτα.
Πετρέλαιο και νερό είναι το ίδιο με τον
Άνεμο για σένα… Κοιμάσαι τον Μεγάλο
Ύπνο δίχως να νοιάζεσαι για όλη τούτη
τη βρωμιά.
Τον
άφησα λοιπόν και πήρα το δρόμο που βγάζει
στη μεγάλη γέφυρα…
…Εσείς
όμως πρέπει να μείνετε μακριά… Πρέπει
να μείνετε ξαπλωμένοι στα γαλήνια
κρεβάτια σας, με μια καρδιά που χτυπάει
μ΄ένα κοφτό κι αβέβαιο ψίθυρο και με
τις σκέψεις γκρίζες, σαν τη στάχτη…
Γιατί σε λίγο κι εσείς θα κοιμηθείτε
τον Μεγάλο Ύπνο…
Γιατί
αυτός ο τόπος δεν είναι πια δικός μας
–δεν υπάρχει πια Μάντερλεϊ.
Όταν
ήμουνα 15 χρονών και οι δικοί μου ήρθαν
στο νησί για το καλοκαίρι, δεν υπήρχαν
τόσα σπίτια και τόσοι άνθρωποι.
Τότε
δεν είχαμε προσέξει πόσο όμορφο ήταν
το νησί και η θάλασσά του.
Εκείνο
το καλοκαίρι, του ΄42, το πέρασα παρέα
μαζί με τον Όσκυ και τον φίλο μου τον
Μπέντζυ… Μας φώναζαν «το τρομερό Τρίο»…
Και
εκεί ψηλά στο λόφο ήταν το σπίτι του και
τίποτα από εκείνη τη μέρα που τον είδα
–και κανείς από τότε, δεν μ΄έκανε να
νιώσω τόσο φοβισμένη και μπερδεμένη…
Γιατί κανένας στη ζωή μου δεν έκανε
περισσότερα για να νιώσω πιο σίγουρη,
πιο ασφαλής, πιο σπουδαία και λιγότερο
σημαντική.
Εκείνο
το καλοκαίρι του ’42 τον έχασα κι ούτε
έμαθα ποτέ τι απέγινε. Είμαστε διαφορετικοί.
Τα παιδιά ήτανε τότε διαφορετικά…. Μας
έπαιρνε καιρό να καταλάβουμε τα αισθήματά
μας.
Η ζωή
ήτανε φτιαγμένη από μικρά πράγματα που
έρχονταν και έφευγαν και για κάθε τι
που κερδίζαμε, πάντα αφήναμε πίσω μας
κάτι άλλο…
Το
καλοκαίρι του ’42 κάναμε τέσσερεις
επιδρομές στο σταθμό της ακτοφυλακής,
είδαμε πέντε ταινίες και είχαμε δέκα
μέρες βροχής…
Ο
Μπέντζυ έσπασε το ρολόι του, ο Όσκυ
παράτησε την φυσαρμόνικα και ΄γω… κατά
κάποιο υπέροχο τρόπο, έχασα τον εαυτό
μου.
Μιλούσαμε
πάντα για ένα ταξίδι που δεν έγινε,
μακριά από την ήρεμη θάλασσα και στο
τέλος, μόνη μου, μπροστά στην αναχώρηση,
δεν ρώτησα τίποτα, δεν ήξερα τίποτα…
Μόνο άφησα το κορμί μου να προχωρήσει…
Μιλούσαμε για κάποιο άλλο ταξίδι.
Ήμουνα
12, ήμουνα 16 κι η καρδιά μου χτυπούσε
δυνατά πάνω στους αμμόλοφους, τότε που
νόμιζα έτοιμη για όλα, εκτός από το φόβο
αυτού του εφιάλτη.
Υπάρχει
ακόμα αυτή η μουσική που με συντρόφευε
μέχρι την έξοδο των παιδικών μου χρόνων,
μπερδεμένη με τον ήχο της θάλασσας. Με
τα δάχτυλα σφιχτά πάνω στα κλεισμένα
μάτια μου, μπορώ ακόμα να βλέπω κόκκινα,
τις πυρκαγιές και τις εκρήξεις του ήλιου
και τα χέρια μου μες το αίμα και την
εικόνα ενός κορμιού που χάνεται στο
σκοτάδι.
Μετά
από καιρό όλα ξανάρχονται μπροστά μου,
ένας μολυβένιος στρατιώτης μού έκλεισε
το δρόμο, του είπα ένα παραμύθι και
μ΄άφησε και πέρασα, μα η μουσική δεν
είναι πια η ίδια και η θάλασσα μιας άλλης
εποχής και εκεί τους ξαναβρίσκω όλους,
χωρίς ονόματα. Νύχτα είναι η καλύτερη
ώρα για να τρέχεις…
Εδώ
δεν θα βρεις παρά μόνο σκιές ανθρώπων,
σκελετούς ανθρώπων, σπίτια ανοιχτά με
άσπρες κουρτίνες στα παράθυρα… Εδώ σε
περιμένω.
Άντρας:
Ο
λαιμός μου πονούσε, όμως τα δάχτυλα που
τον άγγιζαν δεν ένιωθαν τίποτα –σα να
΄ταν τα δάχτυλα κάποιου άλλου…
Δάχτυλα
απ΄αυτά που σου στέλνουν με το ταχυδρομείο.
Μαζί με την ειδική ταυτότητα, το σήμα
και το πτυχίο…
Ο
κόσμος εδώ ήταν σκοτεινός και κάτι
κόκκινο που μαζευόταν σα μικρόβιο κάτω
απ΄το μικροσκόπιο κι ύστερα τίποτα…
Μόνο σκοτάδι κι ερημιά κι ένα σωρό
παγίδες.
Η
μακριά και μοναχική νύχτα είχε αρχίσει.
Ποτέ
δεν κατάλαβα γιατί ο θάνατος μέσα στις
στοές μυρίζει πάντα αγιόκλημα και πάει
προς τα δυτικά… Πάντως απ΄την πόλη θα
σε βγάλω –νεκρή ή ζωντανή δεν έχει
σημασία –μέσα σε φέρετρο δεμένο με
χοντρά μαύρα καλώδια, νύχτα χωρίς
φεγγάρι, ζεστή κι υγρή…
Θα
μπορούσα να τη σκοτώσω όποια στιγμή
ήθελα, άλλα όταν κάποιος κρατάει ένα
όπλο στην πλάτη σου, εσύ υποτίθεται οτι
κάνεις ότι σου λέει. Αργότερα θα την
άφηνα να την περιποιηθούν χέρια, πιο
βρώμικα απ΄τα δικά μου.
Τα
μάτια της είχαν ένα βαθύ μπλε, με κοίταζαν
αλλά δεν μ΄έβλεπαν…
Δεν
θυμάμαι τίποτα, ούτε έχω κανένα σημάδι
απάνω μου που να μου θυμίζει κάτι.. ούτε
φωτογραφίες ή κάτι ξεχασμένο μέσα στις
τσέπες μου και τα ρούχα που φοράω πρέπει
να είναι ξένα… Έτσι τα βρήκα ένα απόγευμα
απάνω μου.
Μόνο
που φοβάμαι τον θάνατο, τα σκοτεινά νερά
και τα μάτια των πνιγμένων και τα κρανία
δίχως μάτια.
Το
τελευταίο νερό που ήπια είχε μια παράξενη
γεύση, το ποτάμι είναι μακριά ακόμα κι
ο χρόνος άρχισε πάλι να τρέχει.. Απλά το
διαισθανόμουνα γιατί δεν είχα ρολόι.
Άλλωστε τα ρολόγια δεν είναι φτιαγμένα
για να μετράνε αυτού του είδους τον
χρόνο.
Συχνά
βλέπω το πρόσωπό της να βγαίνει από τα
σκοτάδια και να με πλησιάζει -τότε
κι εγώ γυρίζω και πάω να τη συναντήσω.
Μα είναι πολύ αργά τ΄απόγευμα και ο
ήλιος χάνεται και το σκοτάδι
πέφτει γρήγορα και δεν υπάρχει πρόσωπο,
μετά δεν υπάρχει ποτάμι… δεν υπάρχει
τίποτα –κι εγώ δεν βρίσκομαι πια εκεί.
Όσοι
προσπαθήσανε να περάσουνε αυτή την πόλη
τους βγάλανε με φέρετρο, δεμένο με χοντρά
καλώδια, νύχτα χωρίς φεγγάρι, γλυκιά κι
υγρή και κάτι κόκκινο που μαζευόταν σα
μικρόβιο κάτω απ΄το μικροσκόπιο.
Σκέπτομαι
πού μπορεί να έχει κρύψει τα φάρμακά
μου. Σίγουρα κάπου κοντά στο σπίτι που
κοιμηθήκαμε, ίσως και να τα κουβαλάει
μαζί της, ίσως και να ξέρει πόσο γρήγορα
θα τα χρειαστεί κι αυτή.
Λοιπόν
στο δρόμο για την πόλη κατέβηκα σ΄ένα
μπαρ και ήπια δυο διπλά ουίσκι… Δεν μου
‘καναν και τίποτα. Το μόνο που κατάφεραν
ήταν να φέρουν στο νου μου το πλατινένιο
κορίτσι, που δεν πρόκειται να το ξαναδώ
ποτέ πια στη ζωή μου.
Γυναίκα:
Καθόμουνα
εκεί και τον έβλεπα να αργοπεθαίνει.
Δεν ξέρω γιατί τελικά μού έσωσε τη ζωή.
Ίσως γιατί πίστευε κι αυτός στη θάλασσα…
Πάντα θα μας βασανίζουν και τους δυο τα
ίδια ερωτήματα… «από πού έρχομαι, πού
πηγαίνω… και πόσος καιρός μου απομένει
για να ζήσω».
Τι
σημασία έχει πια –πετρέλαιο και νερό
είναι το ίδιο με τον άνεμο για σένα, τώρα
κοιμάσαι τον μεγάλο ύπνο δίχως να
νοιάζεσαι για όλη ετούτη τη βρωμιά.
Τα
μάτια του με κοίταζαν αλλά δεν μ΄έβλεπαν…
Ζωντανό ή νεκρό, εγώ θα σε βγάλω από την
πόλη.
Άντρας.:
Άκουγα
κιόλας την Περίπολο να μας πλησιάζει.
Μη νομίζεις πώς τα παράτησα. Ξέρω πώς
αυτή είναι η τελευταία μου ευκαιρία και
αν είναι να με πάρουν πίσω, δεν θα με
πάρουν ζωντανό.
Υπάρχουν
τόσες πολλές ιστορίες για μας… Λένε
πώς μετά το ποτάμι, κάτω στην κοιλάδα
του θανάτου, στο χάσιμο του φεγγαριού,
7 άγγελοι προσεύχονται γι΄αυτούς που
φεύγουν από την πόλη. Κι όταν η μάχη
τελειώσει και πέσει ο καπνός, σε περνάνε
στη θάλασσα. Ζωντανό ή νεκρό δεν έχει
σημασία. Μη νομίζεις πώς τα παράτησα.
Όνομα έχεις; ΠΗΓΗ:http://themotorcycleboy.blogspot.com/2013/09/blog-post_5.html
ΠΡΩΙΝΗ ΠΕΡΙΠΟΛΟΣ (Morning Patrol) BY NIKOS NIKOLAIDIS IN HD - ENG SUBS
Κατεξοχήν πειραματική ταινία η οποία κάνει χρήση μεγάλης ποικιλίας οπτικο-ακουστικών τεχνικών και μεθόδων, με στόχο την ανάπτυξη της πολυμορφίας του ερωτισμού, έτσι όπως μορφοποιήθηκε στην ευρύτερη περιοχή της ευρωμεσογειακής ζώνης, τον 20ό αιώνα. Πρόκειται για ένα πολυεστιακό αμάλγαμα που με συνδυαστικές μεθόδους (κυρίως animation και live action) πραγματώνει, μέσω μιας πολύτροπης σύνθεσης, το ιδεώδες μιας ars combinatoria. Η δομή της ταινίας είναι εξόχως χαλαρή, καθώς δεν υπάρχει ούτε κέντρο βάρους ούτε άξονας σύγκλισης, και τούτο συντελεί τα μέγιστα στην αίσθηση ενός ανοιχτού και δυνητικά επεκτεινόμενου έργου με κυρίαρχο το ρυθμικό στοιχείο.
Ο Ηλεκτρικός Άγγελος (1981) του Θανάση Ρεντζή ξεκινά με μια φανταχτερή εικόνα ενός πολύχρωμου αγγέλου, μιας Αφροδίτης (;) δίχως χέρια, αλλά με κόκκινα φτερά, που μ’ αινιγματικές προθέσεις πλησιάζει αγέρωχα τον θεατή λίγο πριν εξαφανιστεί στο μαύρο φόντο. Η σεξουαλικότητα, ο ερωτισμός, ίσως κι ο έρωτας, είναι το θέμα της πέμπτης ταινίας του πρωτοπόρου Έλληνα σκηνοθέτη (προηγούνται το Μαύρο+Άσπρο [1973], η Βιο-Γραφία [1975], το Fiction [1977] και το Corpus [1979]), ο οποίος πειραματίζεται με πλειάδα ετερόκλητων υλικών, συναρμόζοντάς τα υπό την σκέπη μιας οπτικής εμπειρίας που προ(σ)καλεί τις ελεύθερες συνάψεις, τους τολμηρούς ειρμούς, αλλά και την καταβύθιση στην πρότερη εμπειρία μιας ενστιγματικής κατάστασης. Γιατί όμως ηλεκτρικός; Τα κύματα στα πόδια του αγγέλου μοιάζουν φτιαγμένα από ψηφιακούς κόκκους. Είναι λοιπόν αυτή μια προσπάθεια συνάντησης του σύγχρονου κόσμου με τις εξιδανικευμένες μορφές του αρχαϊκού; Μια «ιστορία του ερωτισμού» που επιχειρεί να συνταιριάξει την αρχαιολογία και την Ιστορία της Σεξουαλικότητας του Μισέλ Φουκώ, με τη μεταφυσική και τον Ερωτισμό του Ζωρζ Μπατάιγ, σ’ ένα ποιητικο-δοκιμιακό κολάζ-μοντάζ εικόνων; Είναι πιθανό επίσης η πηγή της ηλεκτροφόρησης του πτεροφόρου πλάσματος να αναζητείται και κάπου πέρα από την τεχνολογία, ακόμα και απ’ αυτήν του κινηματογράφου.
Πρώτος στον Ηλεκτρικό Άγγελο εμφανίζεται ο γνωστός μας συγγραφέας (Μπάμπης Τσικληρόπουλος), καθισμένος στο γραφείο ενός σκοτεινού δωματίου να καπνίζει. Σύντομα ακολουθεί και η έμπνευση, αντικαθιστώντας τον ρυθμικό ήχο ενός φτερωτού μετρονόμου με αυτόν των πλήκτρων μιας γραφομηχανής και μικρών παύσεων για αναστοχασμό. Είναι τα πάθη της «Φαφάνας» που μας εξιστορούνται στη συνέχεια, ως ένα από τα παράγωγα της συγγραφικής δημιουργίας; Ή πρόκειται για την εκκίνηση μιας διαδρομής στην οποία οι λογικές συνάψεις αποσύρονται, παραχωρώντας χώρο στις ελεύθερες περιδιαβάσεις και τα νοητικά άλματα; Όπως και να ‘χει, μαθαίνουμε ότι: «Η Φαφάνα είναι ένα κολοσσιαίο νεφέλωμα που ο χρόνος της ζωής του μετριέται σε “αμπαχαμερίες”. Κάθε “αμπαχαμερία” υποδιαιρείται σε δώδεκα “αερζίβια”, που το καθένα αντιστοιχεί σε εκατό εκατομμύρια χρόνια. Κάθε τέταρτο “αερζίβιο της αμπαχαμερίας” έρχεται από τα βάθη του σύμπαντος ο “Αχνάρης”, ένα ον μικροσκοπικόν που αιωρείται για λίγο πάνω από τη Φαφάνα, και μετά της κάνει: “χφ”. […] Από αυτό το “χφ” γονιμοποιείται και ζει η Φαφάνα αιώνες κι αιώνες» (Ελ. Δούγιας, Το έπος της Φαφάνας). Κάπως έτσι, λίγο κωμικά και λίγο κοσμολογικά, το θηλυκό νεφέλωμα οδηγείται από τα τερτίπια του αρσενικού ‒μικροσκοπικού παρ’ όλα αυτά‒ όντος, δηλαδή από ένα κι έξαφνο «χθ», σε «οξείς νεφελωματικούς σπασμούς», αποκαλύπτοντας έτσι εξαρχής την οδυνηρή διάσταση της ηδονής· ήτοι, τη θανατηφόρα φύση του ερωτισμού.
Σκηνή από την ταινία
Την εικόνα του φωτεινού νεφελώματος σύντομα υποκαθιστά ένα ανεμόδαρτο τοπίο το οποίο συμπλέκεται, μέχρι που τελικά συντίθεται μέσα από τους κεραυνούς και την εμφανώς τεχνητή (με stop motion) καταιγίδα του ουρανού, με κάποιους Κούρους και κάποιες Κόρες, αρχαϊκά πρότυπα της ζωογόνου νεότητας και ομορφιάς των δύο φύλων. Παρόμοια λειτουργία μοιάζει να έχουν και οι «σιωπηλοί» έφηβοι του Δάφνις και Χλόη (1931) του Λάσκου, οι οποίοι έπονται συνοδευόμενοι από τον χαρακτηριστικό ήχο του φιλμ που ξετυλίγεται. Οι δυο τους, βγαλμένοι από το βουκολικό μυθιστόρημα του Λόγγου, είναι σύμβολα τόσο των πρώτων ενστικτωδών δονήσεων του ερωτισμού, όσο και των βουβών συλλαβισμών του ελληνικού κινηματογράφου που προσέφερε μια απ’ τις πρώτες παγκοσμίως ερωτογραφικές ταινίες. Πλάνα από τη σκηνή όπου η Χλόη μπαίνει γυμνή στα νερά μιας λίμνης, καθώς ο έκθαμβος Δάφνις την κρυφοκοιτά, διαστέλλονται χρονικά λαμβάνοντας μυθικό χαρακτήρα, ενώ με την οριζόντια αντιστροφή τους καθίστανται καθρέφτισμα του (κινηματογραφικού) φακού που τα επανοικειοποιείται. Αυτά είναι άλλωστε τα πρώτα κομμάτια φιλμ που τολμούν να αποτυπώσουν τις αποκαλύψεις του γυμνού σώματος και τούτο τους εξασφαλίζει αξιωματικά μια θέση στην ψηφιδωτή ταινία του Ρεντζή. Στο πλαίσιο, όμως, όπου η αισθητική πορεία του ερωτισμού συμπλέκεται γοργά με την ιστορία της κινούμενης εικόνας, ο Ηλεκτρικός Άγγελος φαίνεται πως διερευνά το θέμα του μέσα από μια διαδρομή με εξίσου ισχυρό αυτοαναφορικό λόγο.
Απόδειξη γίνεται στη συνέχεια και το ζευγάρι των εραστών, το οποίο παραμένει τοποθετημένο στην αρχή του προηγούμενου αιώνα, όπου τα ασπρόμαυρα πλάνα μιμούνται τα πρώτα άχρωμα φιλμ, οι τοίχοι του μουσειακού δωματίου καταγράφουν στιγμές του γυναικείου γυμνού και οι μελοποιημένοι στίχοι του Εμπειρίκου (Υψικάμινος) συνηγορούν στο (προκλητικό) κόρτε μιας άλλης εποχής. Το πρόσωπο του άντρα (Γιώργος Κοτανίδης), που έχει την πλάτη του στραμμένη στην κάμερα, μένει αρχικά αφανές. Ίσως όχι γιατί είναι δευτερεύουσας σημασίας, αλλά γιατί μέρος αυτού που είναι ο άντρας αντανακλάται στο γεμάτο πόθο πρόσωπο της γυναίκας (Γεωργία Ζώη). Στην τελευταία και στις ισχυρές ελκτικές δυνάμεις του σώματός της μοιάζει να είναι άλλωστε αφιερωμένη τούτη η σεκάνς. Σχεδόν αναπόφευκτα, λοιπόν, ο άντρας εγκαταλείπεται στις κινήσεις της ενστικτώδους επιθυμίας, απλώνει το χέρι του και χαϊδεύει το γυναικείο στήθος, θυμίζοντας και εκείνον τον άλλον παράτολμο εραστή του Μπουνιουέλ (Ανδαλουσιανός σκύλος), που τελικά πληρώνει την υπέρμετρη απόλαυσή του με μια στιγμιαία τύφλωση. Το χιούμορ βέβαια δεν εγκαταλείπει σχεδόν καμία στιγμή τα αποσπάσματα των θραυσματικών αφηγήσεων του Ηλεκτρικού Αγγέλου: Ο άντρας κάθεται τελικά στο κρεβάτι και ξεντύνεται με το χαμόγελο κάποιας ευαρέσκειας, τώρα που το γυναικείο σώμα πάλλεται από προσμονή ξαπλωμένο δίπλα του, ενώ ο σχολαστικός τρόπος με τον οποίο εναποθέτει ως σπονδή το πουκάμισό του στο (φαλλικό) πόδι του κρεβατιού, μαζί με το κοντινό πλάνο που εντείνει τη σημασία της χειρονομίας, μοιάζουν με κλείσιμο του ματιού που διασκεδάζει πρωτίστως τον δημιουργό αυτού του μωσαϊκού υπαινικτικών προκλήσεων. Περίπου όπως και το παιχνίδι που συμβαίνει με τον φωτογραφικό φακό μιας παλιάς διοπτικής μηχανής, ο οποίος στρέφεται προς τους θεατές τη στιγμή που ο άντρας/εραστής μεταμορφώνεται πια σε φωτογράφο και κατακτά πλέον τη γυναίκα ηδονοβλεπτικά, με τη διαμεσολάβηση του μηχανικού ματιού. Αυτή μεταμορφώνεται μπροστά του σε αμαζόνα, Μάτα Xάρι, ή Ολυμπία, θυμίζοντας, με τον επιχρωματισμό των εικόνων και το πάγωμα των καρέ που δηλώνουν την επιτυχή σύλληψη μιας ιδανικής στιγμής, και πάλι κάτι από τις πρώτες μηχανικές καταγραφές του ερωτισμού που αναβλύζει από το γυναικείο σώμα.
Το παιχνίδι αρχειοθέτησης του ερωτικού υλικού (σκίτσα, πίνακες, φωτογραφίες, ταινίες) και της «επιστημονικής» σπουδής του, ως ars combinatoria υπό το πρίσμα ενός μεγεθυντικού φακού, συνεχίζεται επ’ αόριστον, επιτρέποντας τη διείσδυση σ’ ένα παράλληλο νοηματικό περιεχόμενο, στο οποίο δίνεται πρόσβαση πλέον, όχι μόνο μέσα από τη διαλεκτική των εικόνων, αλλά και μέσα από το πλησίασμα των λεπτομερειών τους που αναδύονται από το όλον, αποκαλύπτοντας νέες οδούς ανάγνωσης. Στο πλαίσιο αυτό, ένας κατά το μάλλον μυστηριώδης χαρακτήρας (ο θεατρικός συγγραφέας Γιώργος Χριστοφυλάκης), περιτριγυρισμένος από σκονισμένα βιβλία και οπτικά παιχνίδια ‒επίσης προγονικά στοιχεία της κινούμενης εικόνας‒ καθισμένος αναπαυτικά μέσα στη βυσσινόχρωμη ρόμπα του παρακολουθεί μια προβολή από γκραβούρες του 18ου αιώνα, με θέμα φυσικά μια ποικιλία χαρακτήρων σε οργιαστικές ερωτικές στιγμές. Μέχρι που το «φάντασμα» της αγαπημένης αντανακλάται στο βλέμμα του, ενεργοποιώντας το αναπόφευκτο, για την πορεία του Ηλεκτρικού Άγγέλου, ερώτημα: «τι εστί γυνή;». Απάντηση, περίτεχνη και κάπως πλατωνική, έρχεται με μια αναφορά στο θέατρο σκιών και στην ελληνική εκδοχή του που προσωποποιείται στη λαϊκή μορφή του συμπαθούς Καραγκιόζη. Το «θέμα», εξηγεί ο ίδιος μ’ ευγλωττία στον Χατζατζάρη, είναι «φιλοσοφικό και θρησκευτικό. Πάρε για παράδειγμα τον φούρναρη… όπως ο φούρναρης από το ζυμάρι φτιάχνει μια ωραία φραντζόλα, έτσι και ο πλάστης έφτιαξε μια γυνή από το πλευρό του Αδάμ. ‒Δηλαδή είναι δημιούργημα. ‒Όοοοχι, είναι ομοίωμα. ‒Τι ομοίωμα, βρε μούργο; ‒Είδωλο. ‒Τι είδωλο; ‒ Κατασκεύασμα. ‒Τι κατασκεύασμα; ‒Σατανικό, Χατζατζάρη […]. Η γυνή είναι από διαβολόσογο και παίρνει χίλιες μορφές. ‒Δηλαδή δεν είναι άγγελος και θεότης; ‒ Η γυνή, Χατζατζάρη, είναι αγγελοδιάολος, διαόλου κάλτσα, δεν έχεις ακούσει, και θεότης. Και όπως λένε οι προφήτες, προκαλεί γουργούριση των εντέρων». Τρεις κοσμικές «νύμφες», ή «χάριτες», με λουλούδια στα στήθη –ακροάτριες (;) του γλαφυρού ορισμού– ξεσπούν σε τρανταχτά γέλια· ίσως να διασκεδάζουν, ή και να χλευάζουν, την αφέλεια του άντρα που επιχειρεί να προσδιορίσει τη φύση τους.
Η πορεία σε μια «ιστορία της αισθητικής του ερωτισμού» συνεχίζεται, φτάνοντας τώρα στη δεκαετία του 1970 και το φωτορομάντζο. Με τον ιταλικό τίτλο «DUE "T" DENTRO UN CUORE», τον διευκρινιστικό υπότιτλο «Fotoromanzo drammatico – sentimentale completo» και την ταυτολογική εικόνα του κορμού ενός δέντρου που έχει επάνω του σκαλισμένα δύο «Τ» και την ημερομηνία 17/5/76 μέσα σε μια καρδιά, ξεκινά η εξιστόρηση των ερωτικών παθών μιας άλλης πρωταγωνίστριας του Ηλεκτρικού Αγγέλου (Γκέλλυ Τριάντη), που θυμίζει κάπως και εκείνα τα «χφ» και «χθ» της Φαφάνας. Η αφήγηση καθοδηγείται και συνοδεύεται από τη μουσική σύνθεση των Δημήτρη Λέκκα και Δημήτρη Παπαδημητρίου κι αποδίδεται απ’ τον Δημήτρη Μαυρίκιο και τη Λίνα Νικολακοπούλου, χωρίζεται δε, κατά κάποιον τρόπο, από τις συνοδευτικές λεζάντες-στίχους του τραγουδιού σε τέσσερις ενότητες-εποχές: «NEI PRIMI D’ APRILE… nasce un amore», «NEI PRIMI DI MAGGIO… l’ amore diventa passione», «NEI PRIMI DI LUGLIO… nasce un dramma», «ALL FINE D’ OTTOBRE… non dovrebbe mai nascere un bambino che». Οι επιχρωματισμένες φωτογραφίες διαδέχονται η μία την άλλη με διακριτικά φοντύ-ανσαινέ, διηγούμενες τη γέννηση ενός έρωτα, τη μεταμόρφωση αυτού σε πάθος, την αναπόφευκτη (;) απογοήτευση, αλλά και τη σύλληψη ενός παιδιού. Ακολουθεί το πλάνο μιας χαριτωμένης και νοστιμούλας ιταλίδας υπηρέτριας, η οποία, καθισμένη με την ποδιά της στο τραπέζι της κουζίνας, απολαμβάνει, ενώ κλαίει και παράλληλα κατευνάζει τη συγκίνησή της με τη συμπαράσταση ενός γευστικού παγωτού, την γλυκόπικρη ιστορία.
TRAILER ΤΑΙΝΙΑΣ
«Η παιδίσκη που όλον τον κόσμο ερέθιζε δεν υπάρχει πια· έγινε γυναίκα και μάνα και βυζαίνει μωρό». Μια πανοραμική κίνηση της κάμερας καταφέρνει τη μετάβαση από την εικόνα ενός κοριτσιού που διασκεδάζει ανέμελο σε μια ηλιόλουστη αυλή κάνοντας σκοινάκι, στη μορφή μιας λευκοντυμένης γυναίκας που κρατά στο στήθος της ένα βρέφος και το θηλάζει· ο (ανα)παραγωγικός χαρακτήρας του ερωτισμού τίθεται υπό εξερεύνηση. Ο θηλασμός φέρει την επικέντρωση στο στόμα και την εμφάνιση δύο κατακόκκινων χειλιών στο χαρακτηριστικό πια μαύρο φόντο του Ηλεκτρικού Αγγέλου που φιλοξενεί τα ευφάνταστα animation του, ανακοινώνοντας την είσοδο σε μία από τις πιο λυρικές ίσως σεκάνς της ταινίας. Με κάποιους φροϋδικούς υπαινιγμούς, η στοματική ικανοποίηση του βρέφους περικλείεται και αναμορφώνεται σε ενήλικη απόλαυση, όταν το επιβλητικό προφίλ της Γεωργίας Κορνελάτου, με φόντο τον ορίζοντα, πλησιάζει τη φαλλική κρήνη-θηλή και εγκαταλείπεται σ’ έναν πεολειχικό θηλασμό, κατά τον οποίο, χάρη στο μεταφορικό σχήμα, το νερό, το γάλα και το σπέρμα παρίστανται ταυτόχρονα. Οι υπαινιγμοί τελειώνουν όταν στη συνέχεια δυο γυναίκες, σε ξεχωριστά στιγμιότυπα, γονατίζουν μπροστά στους εραστές τους και δωρίζονται στον αντρικό οργασμό· ένα ιπτάμενο κόκκινο πέος, υπό τους ήχους ενός εμβατηρίου, εκσπερματίζει λουλούδια.
Μετά συμβαίνει μια ακόμα αποσπασματική αφήγηση που συμπράττει στη θραυσματική αφήγηση της ταινίας, η οποία περισσότερο μεταγράφεται στη συνείδηση του θεατή ως ένας συνειρμικός ποιητικός λόγος που επιτρέπει, μέσα από τις «χαλαρές» συνάψεις, την εισχώρηση εντός του και την προσωπική επανοικειοποίηση και ανακατανομή του υλικού του, παρά ως γραμμική ‒συμπαγής παρ’ όλα αυτά‒ εξιστόρηση γεγονότων. «Δεν άντεχ’ άλλο… σε σκεφτόμουνα όλο αυτό το διάστημα, αλλά οι αντιστάσεις και ο εγωισμός δεν μ’ άφηναν… όταν αποφάσισα, φοβόμουνα πως δεν θα με δεχτείς», εξηγεί η Σοφία Ρούμπου στον Φαίδωνα Γεωργίτση, σε μια εποχή που μοιάζει πλέον σύγχρονη του έτους παραγωγής της ταινίας. Και ενώ για πρώτη φορά ακούγεται η φωνή ενός χαρακτήρα, ο ήχος είναι κάπως ασύγχρονος της εικόνας, ίσως επειδή ο λόγος ανάμεσα στους εραστές, ακούγεται σ’ εκείνο το αλλού, που φιλοξενεί τη μυστική τους εμπειρία. Μπορεί βέβαια να πρόκειται και για σύντομη μνεία στις καινοτόμες αντιστάσεις της nouvelle vague. Όπως κι αν έχει, η γυναίκα, λίγο πριν υποταχτεί ολότελα στην αντρική εξουσία, υπομένει σιωπηλά μερικά χαστούκια, επιβεβαιώνοντας με κυριολεκτικό τρόπο ότι «το πεδίο του ερωτισμού είναι το πεδίο της βίας» (Ζωρζ Μπατάιγ, Ο Ερωτισμός). Ύστερα, ξαπλωμένη πια στον καναπέ αφήνεται στα χάδια του εραστή της, ώσπου ένα αιφνιδιαστικό κατ επιτυγχάνει ένα «μαγικό τρυκ», όπως εκείνα του Μελιές, που την αφήνει ημίγυμνη. Όταν αποχωρεί πλέον από το διαμέρισμα, εμφανίζεται στη φαντασία του άντρα ως χορεύτρια της Ανατολής που λικνίζεται μπροστά σε κάποιον αφέντη-πασά (η όλη ονειρική ποιότητα της σύνθεσης επαυξάνεται από τη συνύπαρξη και πάλι των πολλαπλών, ετερόκλητων υλικών).
Σκηνή ερωτικών χεριών
Τελικά η «παράσταση» ολοκληρώνεται με δυο χέρια να χειροκροτούν σε κόκκινο φόντο, λίγο πριν εμφανιστεί σε ένα δάσος μια γυμνή γυναικεία μορφή (Μαρίλλη Τσοπανέλλη) να χορεύει σε κάποιον μεσαιωνικό ρυθμό και σε μια παράδοξη παγανιστική τελετή που καταλήγει με την ίδια να καταρρέει μπροστά σε μια μεταλλική ιπποτική πανοπλία που έχει θέση τοτέμ. Τότε είναι που εμφανίζεται, συνοδευόμενος από τον οξύ ήχο ενός τρομπονιού, ένας άντρας (νέγρος), γυμνός κι αυτός, και την αρπάζει από το χέρι. Το όλο στιγμιότυπο κατακλύζεται από μια πρωτόγονη ποιότητα που ανακαλεί τους πρωτόπλαστους. Ένα κοντινό πλάνο επικεντρώνεται στα χέρια τους, καθώς αυτά ανακαλύπτουν, ανάμεσα στους κόκκους άμμου, το ένα το άλλο, ενώ όταν τα σώματά τους κυλούν μαζί μέχρι το θαλασσινό νερό θυμίζουν κάτι από το ζωώδες όργιο στην κοιλάδα του Zabriskie Point του Αντονιόνι. Σε ένα παράλληλο σύμπαν του Ηλεκτρικού Άγγέλου, ένας άντρας στρέφει τη βιντεοκάμερά του σε μια συνδεδεμένη τηλεόραση· το αποτέλεσμα που προβάλλεται στην οθόνη (ένας συνδυασμός κυματοειδών ιριδισμών και ευμετάβλητων σχημάτων) παραπέμπει στα ηλεκτρικά πειράματα της καλούμενης video art. Μετά από τη στιγμιαία δημιουργία μιας mise en abyme, μιας επ’ άπειρον αναπαραγωγής της οθόνης εντός της οθόνης, η κάμερα του άντρα στρέφεται προς τα δεξιά και αποκαλύπτει, μέσα από την προβολή στην τηλεόραση, μια γυμνή γυναίκα ξαπλωμένη σε έναν καναπέ. Αυτή του λέει ότι δεν καταλαβαίνει τι σημασία έχουν όλα αυτά και εκείνος της εξηγεί, σε έναν διάλογο που γίνεται στα γαλλικά, ότι «το βίντεο είναι κι αυτό ένας καθρέφτης: καταγράφεις τη συμπεριφορά σου, την παρατηρείς, μόνο που έχεις πολύ καλύτερη εποπτεία απ’ ό,τι με τον καθρέφτη». Οι δυο τους στη συνέχεια αφήνονται, υπό τους ήχους της μιας ηδυπαθούς ηλεκτρικής κιθάρας, σε μια νωχελική ερωτική περίπτυξη, ενώ η κάμερα συνεχίζει να τους καταγράφει, προβάλλοντας το είδωλό τους στην οθόνη· κάπως σαν έργο του Πάικ.
Η εικόνα ενός μπιλιάρδου, νυχτερινά πλάνα από την κίνηση των αυτοκινήτων σε κάποιον δρόμο, ο Τσικληρόπουλος ως σαξοφωνίστας συνοδεύει ένα ραδιοφωνικό άκουσμα, μια περιστρεφόμενη κούκλα και ένα κοριτσάκι με γλειφιτζούρι στο στόμα κι ένα γιο-γιο στο χέρι, συνθέτουν μια νέα ατμόσφαιρα λίγο πριν συνυπάρξουν, μέσα σε ένα ταχύρρυθμο μοντάζ, μια πλειάδα ειδώλων της ποπ-ροκ κουλτούρας, όλα σε ένα αναπαραστατικό συνονθύλευμα δεκαετιών (μουσικών και ποιητικών), ή κι επαναστατικών υποσχέσεων: Έλβις Πρίσλεϊ, Τζέιμς Ντιν, Τσακ Μπέρι, Μπιτλς, Μπομπ Ντίλαν, Μικ Τζάγκερ, νέοι στους δρόμους να τρέχουν μέσα από καπνούς μολότωφ, και μετά Τίνα Τέρνερ, Supremes, Τζίμι Χέντριξ, Τζιμ Μόρισον, Τζόνι Κας, Τζάνις Τζόπλιν, Ντέιβιντ Μπάουι, και άλλοι πολλοί, επιστρατευμένοι όλοι για να εγγράψουν, τι; Ίσως τον ερωτισμό μιας υποσχεθείσας ελευθεριότητας. Άλλωστε, όσο ο Ηλεκτρικός Άγγελος φτάνει στο τέλος του, η «αυθαιρεσία» που συνδέει τις εικόνες του μεταθέτει όλο και περισσότερο στον θεατή την ευθύνη μιας αυθεντικής ερμηνείας του πολυποίκιλου περιεχομένου του. Ο ίδιος μοιάζει να υποδηλώνει ότι πρόκειται απλώς για μια παράσταση, όπως αυτή που λαμβάνει χώρα στις τελευταίες σκηνές του, με τους θεατές ν’ αποχωρούν από το ανοιχτό θέατρο, μετά την ολοκλήρωση της παράστασης. Ποιό ήταν όμως το «θέμα» της; Αυτό μάλλον συνοψίζεται ιδανικότερα στο τελευταίο πλάνο της ταινίας, όπου το παθιασμένο φιλί ενός ζευγαριού σ’ ένα παγκάκι, διακόπτεται απ’ την ξαφνική διαπίστωση της νεαρής γυναίκας (Σαβίνα Γιαννάτου), που έκπληκτη αναφωνεί: «Νιώθω σα να ’μαστε παράνομοι».
Η μουσική από τους τίτλους της ομώνυμης ταινίας του Θανάση Ρεντζή, σε μουσική Δημήτρη Παπαδημητρίου. Τη σύνθεση στα υπόλοιπα κομμάτια του soundtrack μοιράστηκαν από κοινού οι Δημήτρης Λέκκας και Δημήτρης Παπαδημητρίου. Η Λίνα Νικολακοπούλου τραγουδά το ''Due T Dentro Un Cuore'' σε μουσική Δημήτρη Λέκκα και στίχους Δημήτρη Μαυρίκιου. Ο Δημήτρης Λέκκας ερμηνεύει και μελοποιεί το ποίημα του Ανακρέοντα ''Στέφος Πλέκων''. Α' Βραβείο Καλύτερης Μουσικής στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης το 1982.