Κάθε φορά που γράφω, νομίζω ότι είναι η τελευταία φορά και ότι ξέμεινα από ιδέες. Ότι στέρεψε η πηγή, ότι οι λέξεις που είχα να δώσω τελείωσαν εδώ και πως ό,τι ακολουθήσει θα είναι απλώς μια κακή επανάληψη.
Το πιο άγριο πράγμα στη ζωή δεν είναι το τέλος. Είναι η άγνοια. Το ότι δεν καταλαβαίνεις την ώρα που συμβαίνει η τελευταία πράξη, επειδή η καθημερινότητα σε έχει ναρκώσει με την ψευδαίσθηση ότι όλα θα επαναλαμβάνονται για πάντα. Ζούμε σαν να έχουμε υπογράψει συμβόλαιο με τον χρόνο, θεωρώντας δεδομένο ότι το αύριο είναι μια τυπική διαδικασία.
Γράφεις ένα άρθρο. Διαλέγεις τις λέξεις, βάζεις την τελεία, πατάς «δημοσίευση». Εκείνη τη στιγμή, το μυαλό σου τρέχει ήδη στο επόμενο θέμα, στην επόμενη έμπνευση, σε όλα εκείνα που έμειναν μισά. Δεν σου περνάει καν από τη σκέψη ότι αυτή η τελεία μπορεί να είναι η οριστική. Ότι το blog, αυτό το κομμάτι της ψυχής σου που κρατάει 11 χρόνια, μπορεί να μείνει εκεί, παγωμένο στον χρόνο, μια ψηφιακή μαρτυρία χωρίς άλλη συνέχεια. Μια σελίδα που θα την επισκέπτονται οι μνήμες, αλλά δεν θα την αγγίζει πια καμία νέα σκέψη.
Λες μια κουβέντα σε έναν άνθρωπο. Ένα «τα λέμε», μια βιαστική καληνύχτα, ίσως και μια μικροπαρεξήγηση για κάτι ασήμαντο. Κλείνεις το τηλέφωνο ή την πόρτα και είσαι σίγουρος ότι η φωνή του θα είναι εκεί και το επόμενο πρωί. Δεν φαντάζεσαι ότι αυτός ο ήχος, αυτή η τελευταία λέξη, μπορεί να είναι η κατακλείδα μιας ολόκληρης σχέσης, ενός ολόκληρου κόσμου που χτίστηκε με κόπο και γκρεμίστηκε μέσα στη σιωπή μιας στιγμής.
Αν ξέραμε ότι κάτι τελειώνει, θα γινόμασταν μελό. Θα σταματούσαμε τον χρόνο, θα παγώναμε, θα προσπαθούσαμε να κάνουμε τη στιγμή «ιερή». Θα χάναμε την ουσία της ζωής στην προσπάθειά μας να την αποχαιρετήσουμε σωστά. Η άγνοια όμως είναι που μας προστατεύει. Είναι αυτή που μας αφήνει να είμαστε ο εαυτός μας, αυθόρμητοι, αληθινοί, ακόμα και άδικοι μερικές φορές, μέχρι το δευτερόλεπτο που όλα σβήνουν.
Ίσως τελικά η ομορφιά να βρίσκεται ακριβώς σε αυτή την αβεβαιότητα. Στο ότι συνεχίζουμε να επενδύουμε σε πράγματα και ανθρώπους σαν να μην υπάρχει τέλος. Ζούμε με την ψευδαίσθηση της συνέχειας και ίσως αυτό να είναι και η μόνη μας σωτηρία. Κάθε φορά που κλείνουμε έναν κύκλο χωρίς να το ξέρουμε, αφήνουμε πίσω μας κάτι γνήσιο, επειδή δεν το «σκηνοθετήσαμε» για το φινάλε. Δεν προσπαθήσαμε να φανούμε καλύτεροι απ' ό,τι είμαστε· ήμασταν απλώς εκεί.
Κι έτσι προχωράμε. Με τα ίχνη της τέχνης μας, τις αποτυπώσεις των συναισθημάτων μας και τη διαρκή συνοδεία της μουσικής που γεμίζει τα κενά ανάμεσα στις λέξεις. Όχι γιατί τελειώνουμε, αλλά γιατί κάθε στιγμή που ζούμε αξίζει την προσοχή μας, ακριβώς επειδή δεν γνωρίζουμε τη διάρκειά της. Ευτυχώς, η ζωή συνεχίζεται με αυτή την άγνοια. Και όσο συνεχίζεται, εμείς θα είμαστε εδώ, να γράφουμε, να ακούμε και να ξανασυστήνουμε τον εαυτό μας σε έναν κόσμο που αλλάζει, όπως αλλάζουμε κι εμείς.