Κυριακή 11 Απριλίου 2021

Από το βιβλίο του Στέφανου Ξενάκη «Το δώρο».

 

Να κοιμάσαι νωρίς. Η μέρα ξεκινάει από το βράδυ.

Πριν πας για ύπνο να έχεις οργανώσει την επόμενη μέρα. Με χαρτί και μολύβι. Μην την αφήνεις στην τύχη. Οι μέρες γίνονται μήνες και οι μήνες γίνονται χρόνια. Μια φορά ζεις. Τίμα την.

Να έχεις τετράδιο με στόχους. Να το τηρείς ευλαβικά. Να τους σκαλίζεις και να τους ξαναγράφεις. Αυτοί είναι ο μπούσουλας της ζωής σου.
Γενικά να γράφεις. Σου κάνει καλό. Αλαφραίνει την ψυχή σου.

Να ξυπνάς νωρίς. Πολύ νωρίς. Εάν το μυαλό σου θέλει να χουζουρέψει να μην το ακούς. Να μάθεις να μη διαπραγματεύεσαι με το μυαλό σου. Να περνάει το δικό σου.

Να κοιτάς τον εαυτό σου στον καθρέφτη και να του χαμογελάς. Και να του μιλάς όμορφα. Φίλος σου είναι. Ο καλύτερος που έχεις.

Να κατεβαίνεις για περπάτημα ή για τρέξιμο όπου κι αν μένεις. Τουλάχιστον για 20λεπτά. Ζεσταίνει τις μηχανές σου.
Να ακούς κάτι την ώρα που περπατάς. Εμπνευσμένες ομιλίες. Εμπνευσμένους ανθρώπους.

Μ’ένα σμπάρο 2 τρυγόνια.
Να χαμογελάς σε αυτούς που συναντάς. Να τους λες καλημέρα. Κι ας μη σου λένε. Κάποιο λόγο θα’χουν.

Να κοιτάς την ομορφιά τριγύρω σου. Παντού υπάρχει.
Να φτιάχνεις ένα όμορφο πρωινό. Όχι μόνο για σένα.

Να μπαίνεις στο ντους και να το απολαμβάνεις. Να αφήνεις τις σκέψεις έξω.
Να ντύνεσαι όμορφα.

Να φροντίζεις τον εαυτό σου σαν να ήταν ο σημαντικότερος άνθρωπος στον κόσμο. Είσαι. Απλά δε στο’παν.

Να βρίσκεις 15 λεπτά για να διαβάζεις. Κάθε μέρα. Περιόρισε τα social. Μην ανοίξεις τηλεόραση. Είναι ψέμα ότι δεν υπάρχει χρόνος. Εσύ θα τον βρεις. Κανείς δεν στον χαρίζει.

Όπως και τη ζωή.
Να πηγαίνεις στη δουλειά σου με κέφι. Ακόμα κι αν δεν τη γουστάρεις. Αν χρειαστεί να βρεις άλλη. Όσο είσαι εκεί όμως να την τιμάς. Έτσι τιμάς τον εαυτό σου.

Να παραδίδεις 10Χ τον μισθό σου. Ακόμα κι αν είναι μικρός. Για σένα το κάνεις.
Να δουλεύεις ομαδικά. Και να ζεις συλλογικά. Δεν γίνεται αλλιώς.

Να τρως δεκατιανό. Να σε προσέχεις σαν τα μάτια σου. Μια μπανάνα, ή ένα μήλο. Μην παραμυθιάζεσαι. Εύκολο είναι.

Να κάνεις παρέα με τους καλύτερους. Αυτούς που έχουν κάτι παραπάνω από σένα. Αυτό που θέλεις. Μην τους φοβάσαι. Μην τους ζηλεύεις. Αυτοί θα σε πάνε παραπάνω. Γίνεσαι αυτός που κάνεις παρέα. Βάλε τον πήχυ ψηλά.

Να χαίρεσαι με τη χαρά του άλλου.

Να πίνεις μπόλικο νερό.

Και να αναπνέεις βαθιά. Να φουσκώνει η κοιλιά σου όταν το κάνεις. Κι ας μην είναι της μόδας.

Να βλέπεις λιγότερο τηλεόραση. Μια ώρα να κόψεις τη μέρα έχεις γλιτώσει 360 ώρες, δηλαδή 9 εργάσιμες εβδομάδες. Όταν οι άλλοι θα έχουν 12 μήνες εσύ θα έχεις 14.

Να μην πιστεύεις στην τύχη. Εσύ τη φτιάχνεις. Χώνεψέ το και θα αλλάξει όλη σου η ζωή.

Να τη ζεις τη ζωή. Όταν γελάς να γελάς. Όταν κλαις να κλαις, όταν πονάς να πονάς. Δεν είσαι από πορσελάνη. Δεν θα σπάσεις. Οι πορσελάνες είναι για τη βιτρίνα.

Να περνάς χρόνο με τον εαυτό σου. Μην το φοβάσαι. Δεν είναι μοναξιά. Είναι κακό να μην μπορείς να κάτσεις μόνος σου μαζί του και να πρέπει να’χει κάτι πάντα ανοιχτό. Σαν να’χεις μουσαφίρη και να τον παρατάς μόνο. Όλες οι λύσεις είναι μέσα σου. Στο μυαλό σου και στην καρδιά σου. Χαμήλωσε το θόρυβο. Κλείσε τη φασαρία και θα σου φανερωθούν. Ο Θεός είναι μέσα σου λένε. Αυτό εννοούν.

Να χρησιμοποιείς και το μυαλό σου και την καρδιά σου. Εσύ θα βρεις πότε το ένα και πότε το άλλο. Σαν τον καλό μάγειρα που ξέρει πότε να βάλει αλάτι και πότε πιπέρι.

Να σε βγάζεις βόλτα. Να σε πηγαίνεις σινεμά. Κι όπου αλλού γουστάρετε. Να νιώσεις ότι σε αγαπάς και σε τιμάς. Δεν το ξέρεις. Η ζωή σου είναι η σχέση σου με τον εαυτό σου.

Μη σκοτίζεσαι για τις γνώμες των άλλων. Να τις ακούς. Αλλά πρώτα να ακούς τη δική σου.
Να κλείνεις τα μάτια και να ονειρεύεσαι.

Να κάνεις πάντα μια καλή πράξη. Να βοηθάς τους τριγύρω σου. Ειδικά αυτούς που δεν ξέρεις. Η οικογένειά σου δεν σταματάει στα παιδιά σου. Όλοι είναι οικογένειά σου. Έτσι μόνο θα ευτυχήσεις. Δεν γίνεται αλλιώς.

Να κρατάς ημερολόγιο με τις ομορφιές της ζωής. Κάθε μέρα έχει τουλάχιστον 100. Να τις γράφεις όλες. Άμα δεν τις γράφεις φεύγουν. Θαύματα τα λέει ο Δάσκαλός μου. Το ότι περπατάς είναι ένα από αυτά. Γράψτο. Μην το προσπερνάς.

Μην κουτσομπολεύεις. Κοίτα τη δουλειά σου. Μόνο τον εαυτό σου ορίζεις.
Να την ψάχνεις. Να ρωτάς. Να διαβάζεις. Να μην πιστεύεις όλα όσα νομίζεις.

Να εξελίσεσαι κάθε μέρα. Μέχρι την τελευταία σου.
Να αγαπάς το διπλανό σου. Πρώτα όμως να αγαπάς τον εαυτό σου. Δεν έχεις άλλο. Μη γελιέσαι. Μόνος έρχεσαι και μόνος φεύγεις από τον κόσμο αυτό. Χωρίς τα παιδιά σου. Χωρίς το αμάξι σου. Χωρίς τα λεφτά σου.

Μόνο η αγάπη χωράει στις αποσκευές σου. Αυτή που πήρες και αυτή που έδωσες.
Μόνο αγάπη υπάρχει.


Γι’ αυτό είσαι εδώ.”

Κείμενο του καλλιτέχνη "the boy"

 


Το Αγόρι μεγαλώνει και έρχεται αντιμέτωπο με τους κρυμμένους σκελετούς στη ντουλάπα. Ξυπνάνε ερωτηματικά κοινωνικής και πολιτικής ουσίας. Οι νεκροί, κληρονομιά, ελπίδα και βάρος. Οι μεγάλοι, βολεμένοι μέσα σε ρόλους και μάσκες. Το «κουστουμάκι», ένας ρόλος από μόνο του, ο «κύριος», ο «καθωσπρέπει», ο «καταξιωμένος», ο «σιδερωμένος», μια ψεύτικη ενηλικίωση. Και όσο αυτός ο ρόλος χτίζεται, τόσο αυτός ο δίσκος αποδομεί κάθε τακτοποιημένο σύστημα αξιών και γδύνεται από εφέ και περιττά στοιχεία φτάνοντας σε ένα ατόφιο μεδούλι μέσα από ένα ανελέητο σφυροκόπημα λέξεων με πρωταγωνιστές το πιάνο, τα τύμπανα και την ερμηνεία του The Boy. «Ν’ ανοίξουν οι καρδιές να μπουν οι λέξεις/κι αν η μελωδία φαντάζει θλιβερή/μην τη φοβάσαι δειλέ!»


Ένα ανήσυχο βλέμμα αναζητά τη χαμένη ομορφιά μέσα στο βόθρο της μεγάλης πόλης. «Η ελπίδα μιας ελπίδας που είχα/ ταξιδεύει στο κενό/και το νήμα που ακολουθείς έχει κοπεί από καιρό/σε καιρό νιώθω κάτι αληθινό» Ένα γερασμένο διαμέρισμα το καταφύγιο μιας ελευθερίας που φοβάται τον εαυτό της. «Πέρα από την πόρτα μου υπάρχει ένα σκυλί/Δεν μπορώ να φύγω, δεν υπάρχει διαφυγή/Κι όσο κι αν φοβάμαι τη δαγκωματιά/πιο πολύ φοβάμαι την ελευθεριά.» Ένα αγρίμι αναζητά οξυγόνο μέσα στο τεχνητό κλάμα των δακρυγόνων. Ένα παιδί βουλιάζει μέσα στη σαπίλα, την απάθεια και το «ό,τι να ’ναι» της ελληνικής πραγματικότητας. «Να σταματήσει η γη/να μη γυρίζει μέχρι να ’ρθει κάτι/κάτι που θα έχει εξήγηση και κάτι που θα δικαιώσει/τον πόνο του ανθρώπου που ακόμα αρνείται να προδώσει»


Οι εφιάλτες ζωντανεύουν, βγάζουν νύχια και δαγκώνουν. Η αλήθεια μπαίνει σαν μαχαίρι στο κόκαλο. Δύσκολο να κλείσεις τ’ αυτιά σου, ή μήπως αυτό σ’ έχουν μάθει να κάνεις; «Η φωνή μας σάπισε/σκουλήκια έχουμε όλοι μέσα/ μπαγιάτικες καρδιές/κι όμως μας έχει μείνει λίγη μπέσα/ ακόμα, ναι!»


«Το Κουστουμάκι είναι μια παραληρηματική διαταραχή. Προσωπικά τραύματα μπλεγμένα με μετ-αποκαλυπτικές εικόνες τρόμου. Όνειρα και φαντασιώσεις. Παρελθόν και μέλλον. Πάντα απών το παρόν και η πραγματικότητα. Εικόνες και χαρακτήρες που κατοικούν στο μυαλό μου. Που γεννήθηκαν μέσα στην Αθήνα του 2010. Επιτέλους, ανατέλλουν τα έτη της επιστημονικής φαντασίας. Ένα αγρίμι μεθυσμένο τσιρίζει την ασχήμια του στα μπαρ. Φωνάζει για τα πρόσωπα που δεν έχουν πια σημάδια. Στο πεζοδρόμιο η Ελλάδα, βαμμένη ξανθιά με λιπ γκλός στα χείλη, έχει να πιάσει πελάτη μια βδομάδα. Να θυμάστε πάντα αυτό. «Είμαι αυτός που κολλάει από πίσω σας στο μετρό».


Οι Άσπρες Φορεσιές τελούν το μυστήριο της συναισθηματικής αποσύνθεσης. Κράτα τα μάτια σου κλειστά όταν κοιτάς τους αφανείς επισκέπτες από τον Χειρότερο Πλανήτη. Στο Δάσος των Νεκρών φτιάχνουν την τροφή για τα μωρά της Νέας Κοινωνίας. Μα εσύ πιάσε το τσεκούρι σου, δειλέ μου φίλε, και δείξε μας τον νέο τρόπο επικοινωνίας. Εμείς θα καταλάβουμε. Πια δεν μιλάμε με λέξεις άλλα με αίμα. Όσο και αν φοβάσαι όμως την δαγκωματιά, πιο πολύ φοβάσαι την ελευθεριά. Βάλε το Κουστουμάκι της ενηλικίωσης. Είσαι ο Λη Χάρβευ Όσβαλντ. Πριν την τελευταία βολή ψιθυρίζεις “Αιώνια θα είστε πρωτοστάτες της γενοκτονίας”.»


Η Παραδουλεύτρα μένει στην Αθήνα.


Είναι το μπισκοτάκι που ποτέ δεν τρώτε ολόκληρο.


Έχει μυωπία 8.25 στο αριστερό μάτι και 8 στο δεξί.


Στο σχολείο ήταν η χειρότερη μαθήτρια άλλα οι καθηγητές λέγαν ότι είχε χρυσή καρδιά.


Ήθελε να σπουδάσει μπασκετμπολίστρια άλλα την πρόλαβαν οι κρίσεις πανικού και την παγίδεψαν στα Πατήσια.


Αυτή τη στιγμή που μιλάμε θα ήταν πιο ευτυχισμένη αν ο υπολογιστής της μπορούσε να γαργαληθεί, αν τα πορτοκάλια της στιβόντουσαν από μόνα τους και αν οι καθρέφτες δείχναν λίγο λιγότερο από αυτήν και λίγο περισσότερο από αυτό που κρύβεται μέσα της”.


The Boy


Σάββατο 4 Ιουλίου 2020

Dark



Το 'Dark' θα μείνει στην ιστορία ως η μεγαλύτερη τηλεοπτική σπαζοκεφαλιά όλων των εποχών.

«Η διαφορά μεταξύ παρελθόντος, παρόντος και μέλλοντος είναι απλώς μία πεισματικά επίμονη ψευδαίσθηση». Με μία φράση του Albert Einstein ξεκίνησε το ‘Dark’ που δεν θα μπορούσε να είχε περιγράψει συνοπτικότερα τους μηχανισμούς της σειράς.

 Η γερμανική σειρά των Baran bo Odar και Jantje Friese  πιστεύω ότι δεν έκανε τυχαία πρεμιέρα ένα μήνα μετά τη δεύτερη σεζόν του Stranger Things και τρεις μήνες μετά το φινάλε της νέας σεζόν του Twin Peaks,  το 2017.

H Γερμανική πόλη που διαδραματίζεται το DARK, το Winden, ήταν καταθλιπτικό και οι οικογένειές του τόσο δυσλειτουργικές που έκαναν αυτές του ‘Lost’  να μοιάζουν με το ‘Μικρό Σπίτι στο Λιβάδι’.

Οι φιλοδοξίες του ‘Dark’ έγιναν τεράστιες και οι προσδοκίες που γεννούσε όσο ωρίμαζε ακόμα μεγαλύτερες. Ήταν οικογενειακό δράμα, ήταν μελέτη για το τραύμα και για το πώς αυτό μεταδίδεται από γενιά σε γενιά, ήταν μία αρχαιοελληνική τραγωδία βιβλικών και μυθολογικών αναφορών σε ένα απαιτητικό time-travel πακέτο. Ήταν η μεγαλύτερη τηλεοπτική σπαζοκεφαλιά των τελευταίων ετών και ο λαβύρινθος ανάμεσα στα timelines και τους χαρακτήρες του τόσο βαθύς που αφήνει πίσω τους αντίστοιχους λαβύρινθους του ‘Westworld’.


Το Dark είναι η σειρά που θα σου την φέρει από κει που δεν το περιμένεις.Στην πορεία της θέασης, από το πρώτο επεισόδιο και όσο προχωράς, γεννιούνται ορισμένες υποθέσεις. Βλέπεις κάτι, σου δημιουργείται η απορία , οδηγείσαι σε μια υπόθεση, την απορρίπτεις, φτιάχνεις μια άλλη και το πιο πιθανό είναι να έχεις πέσει μέσα. Όχι εδώ.

Στο Dark ό,τι κι αν σκεφτείς τη μία στιγμή θα έρθει η επόμενη σκηνή να το γκρεμίσει. Πρόκειται για μια τόσο καλά δομημένη σειρά που θα μπορούσα να μη γράφω τίποτα σε αυτό το κείμενο και να είναι καλό. Τόσο καλή που δεν υπάρχει λάθος τρόπος να μιλήσεις γι΄αυτήν.

Το Dark είναι μια σειρά που χωρίς σταγόνα υπερβολής θα σου τινάξει τον εγκέφαλο. Το παιχνίδι που κάνει με την έννοια του χρόνου είναι βγαλμένο από τα όνειρα του Einstein. Η θεωρία της σχετικότητας περνάει σε ένα εντελώς καινούργιο στάδιο. Ακόμα πιο λαβυρινθώδες, ακόμα πιο αχανές. Η ανάπτυξη της ευπλαστότητας του χρόνου γίνεται στη βάση τριών εννοιών: ανακύκλωση, ταυτοχρονία, λογική-δικαιοσύνη. Αυτό το τελευταίο είναι ένα δίπολο με πολύ περίεργη τοποθέτηση μέσα στα δωμάτια του χρόνου.

Δεν υπάρχουν απλώς δύο σύμπαντα. Υπάρχουν δύο σύμπαντα, τρεις αιώνες, και πολλαπλές πραγματικότητες και διαφορετικές εκδοχές των ίδιων χαρακτήρων μέσα στο ίδιο σύμπαν.

Tο ‘Dark’ κατάφερε ένα τόσο συμπαγές, άτρωτο σκηνικό μεταξύ όλων των επιπέδων που είχαν ανοίξει με θεματικές και υποπλοκές όπως αυτές της αγάπης, της ανθρώπινης φύσης, του μηδενισμού, της αυτοσυντήρησης, της θρησκείας, της Αποκάλυψης, του pop φιλοσοφικού πεσιμισμού, του θεολογικού μυστικισμού, του hardcore επιστημονισμού του Σωματιδίου του Θεού. 

Μόνο να τους θαυμάσει μπορεί κανείς τον Baran bo Odar και τον Jantje Friese για το γεγονός ότι κατάφεραν να το στήσουν όλο αυτό τόσο περίτεχνα που θα ήταν τρομακτικά δύσκολο να προσθέσεις ένα ακόμη κύκλο.

Οι χαρακτήρες της σειράς αδυνατούν να αλλάξουν, να βελτιωθούν, να προσαρμοστούν, να προχωρήσουν. Μέχρι πριν το μεγάλο του φινάλε, το ‘Dark’ υπήρξε απόλυτα μηδενιστικό. 

Οι πρωταγωνιστές του έπεφταν στα ίδια στραβοπατήματα, για να δουν ξανά και ξανά τις ελπίδες τους να σβήνουν. Η κάθε επόμενη φορά θα ήταν διαφορετική. Θα έβρισκαν τη βλάβη στο μάτριξ. Θα είχαν τη δύναμη να πάρουν αποφάσεις που άλλοι δεν θα άντεχαν να πάρουν στη θέση τους.Με τι κόστος όμως; Αυτό ρωτούσε κυρίως το ‘Dark’ πριν κάνει ξανά τους ήρωες του, χάμστερ σε τροχό.

Ο Χρόνος είναι εγγενώς κάτι το παράλογο. Έχει πλευρές και τακτικές που δεν βρίσκουν λογική εξήγηση στο μυαλό μας. Κι όμως υπήρξαν κάποτε άνθρωποι, προγενέστεροι μας, που συμφώνησαν να τον εισάγουν στην καθημερινότητα μας με λογική. Με μια ακολουθία και σύνδεση πραγμάτων. Το παρόν μπορεί να μεταβεί στο παρελθόν μόνον για όσους δεν υπήρχαν στο τότε χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν θα προκληθεί μεταβολή στη θέση των πραγμάτων στο σήμερα. Αλλά αυτό είναι και το στοιχείο της ταυτοχρονίας που μας προσφέρει η σειρά.

Το Dark έχει όλα τα στοιχεία για να νιώσεις ότι πουθενά δεν υπάρχει στέρεο έδαφος. Ακόμα και η γερμανική γλώσσα προσθέτει στην εμπειρία της θέασης. Αν ήταν λόγου χάρη γαλλικά δεν θα είχε την ίδια επίδραση νομίζω. Ως θεατής στέκεσαι σε μια κινούμενη άμμο ή καλύτερα σε μια δίνη και η περιδίνηση σε πηγαίνει συνεχώς προς τον πυθμένα της θάλασσας και δεν σε νοιάζει καθόλου να επιστρέψεις προς την επιφάνεια.

Το Dark είναι  η νίκη της ακαθόριστης κίνησης της ύπαρξης και των γεγονότων στο παρελθόν, το παρόν, και το μέλλον. Η νίκη ενός μη χωρικού γραμμικού συνεχές στο οποίο τα γεγονότα συμβαίνουν με εμφανώς μη αναστρέψιμη τάξη ή πιο απλά αλληλουχικά στάδια συστημικού εντροπισμού. Η νίκη της αμυγδαλής, του συγκινησιακού δηλαδή κέντρου του εγκεφάλου, η νίκη της μνήμης που "χαράζει" ανεξίτηλα, με αποτέλεσμα ο χρόνος να φαίνεται να διαστέλλεται καθώς η μνήμη «γράφει», επί συνόλου, πιο πυκνά. Η νίκη της συγκινησιακής μνήμης (ιππόκαμπος και αμυγδαλή). Η νίκη της αίσθησης διαστολής του χρόνου.


Σε μια εποχή που βιαζόμαστε να αποθεώσουμε ή να κατακεραυνώσουμε δημιουργήματα, το Dark παίρνει τα ηνία της αποθέωσης.

Κυριακή 26 Απριλίου 2020

Όταν το παιδί ήταν παιδί



When the child was a child
It walked with its arms swinging,
wanted the brook to be a river,
the river to be a torrent,
and this puddle to be the sea.
When the child was a child,
it didn’t know that it was a child,
everything was soulful,
and all souls were one.
When the child was a child,
it had no opinion about anything,
had no habits,
it often sat cross-legged,
took off running,
had a cowlick in its hair,
and made no faces when photographed.
When the child was a child,
It was the time for these questions:
Why am I me, and why not you?
Why am I here, and why not there?
When did time begin, and where does space end?
Is life under the sun not just a dream?
Is what I see and hear and smell
not just an illusion of a world before the world?
Given the facts of evil and people.
does evil really exist?
How can it be that I, who I am,
didn’t exist before I came to be,
and that, someday, I, who I am,
will no longer be who I am?
When the child was a child,
It choked on spinach, on peas, on rice pudding,
and on steamed cauliflower,
and eats all of those now, and not just because it has to.
When the child was a child,
it awoke once in a strange bed,
and now does so again and again.
Many people, then, seemed beautiful,
and now only a few do, by sheer luck.
It had visualized a clear image of Paradise,
and now can at most guess,
could not conceive of nothingness,
and shudders today at the thought.
When the child was a child,
It played with enthusiasm,
and, now, has just as much excitement as then,
but only when it concerns its work.
When the child was a child,
It was enough for it to eat an apple, … bread,
And so it is even now.
When the child was a child,
Berries filled its hand as only berries do,
and do even now,
Fresh walnuts made its tongue raw,
and do even now,
it had, on every mountaintop,
the longing for a higher mountain yet,
and in every city,
the longing for an even greater city,
and that is still so,
It reached for cherries in topmost branches of trees
with an elation it still has today,
has a shyness in front of strangers,
and has that even now.
It awaited the first snow,
And waits that way even now.
When the child was a child,
It threw a stick like a lance against a tree,
And it quivers there still today.

“Song of Childhood” by Peter Handke

 (From The Film “Wings of Desire”, dir. Wim Wenders, 1987)


Σάββατο 28 Σεπτεμβρίου 2019

Κατάθλιψη: Μάθε το πρόβλημά μου (Προσωπική μαρτυρία)



Η κατάθλιψη είναι μια ασθένεια που έχει  μεγάλες διαστάσεις. Αρκετά μεγάλες ώστε οι καταθλιπτικοί άνθρωποι να σταματήσουν να αισθάνονται μόνοι. Ήρθε η ώρα να μάθεις το πρόβλημα μου  και να προσπαθήσεις να με βοηθήσεις και όχι να το χρησιμοποιήσεις εναντίον μου.
1. Δεν μπορώ να εκφράσω εύκολα με τα λόγια αυτό που νιώθω και μερικές φορές μου έρχεται η απάντηση σε μια ερώτηση αρκετή ώρα μετά.Δεν παίρνω εύκολα αποφάσεις για την ζωή μου. Έχω την τάση να αναθεωρώ τα πράγματα πολύ και τελικά  αυτό καταλήγει να με αγχώνει πολύ.
2. Η ζωή μου είναι μια συνεχής μάχη ενάντια στις ανεπιθύμητες σκέψεις και είμαι πάντα προετοιμασμένος για το χειρότερο. Δεν μπορώ να σταματήσω τις άσχημες σκέψεις αυτοτιμωρίας όπως και τις σκέψεις του θανάτου. Η ζωή μου είναι μια αιώνια πάλη με τον εαυτό μου γιατί συνέχεια παλεύω να σταματήσω να υποκύπτω σε αυτές τις σκέψεις.

3. Είμαι επιφυλακτικοί με όλους και με όλα και όσο πιο πολύ αγαπάω κάποιον τόσο πιο κακός , ψυχρός ή κυνικός γίνομαι επειδή είμαι ανασφαλείς όσον αφορά το να χάσω τους ανθρώπους που αγαπώ.
4. Το μόνο που είναι σταθερό στη ζωή μου είναι το γεγονός ότι αμφισβητώ τα πάντα. Δεν είμαι ποτέ σίγουρος και το μυαλό μου δεν με αφήνει να ξεκουραστώ ή να πάρω μια απόφαση. Υπεραναλύω η υπεραπλουστεύω πράγματα και καταστάσεις και φτιάχνω σενάρια στο κεφάλι μου υπεράνω φαντασίας. Επίσης προτρέχω και φτιάχνω πράγματα με την υπόνοια ότι ίσως χρειαστεί να τα φτιάξω καταλήγοντας να κάνω ένα σωρό περιττές πράξεις. 
5. Σπάνια πιστεύω τους ανθρώπους όταν μου λένε μεγάλες κουβέντες φιλίας ή αγάπης όπως «μην ανησυχείς θα ζήσουμε για πάντα μαζί». Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι το για πάντα είναι πολύ αόριστο και μακρινό. Στις φιλίες έχω βιώσεις τόσες εγκαταλείψεις ώστε στο τέλος σταμάτησα να αναζητώ ανθρώπους και έγινα αντικοινωνικός και εσωστρεφείς. 
6. Θέλω συνεχώς να τρώω πάρα πολύ αν και όχι ιδιαίτερα ανθυγιεινά φαγητά. Αυτό είναι μέρος της ολόκληρης τελετής του αυτοτραυματισμού που περνώ καθημερινά. Εκτός αυτού, θέλω φαγητό σε περίεργες ώρες της ημέρας ή της νύχτας.

Πέμπτη 26 Σεπτεμβρίου 2019

Tertium Non Datur




Μπροστά σε ένα τεράστιο εμπορικό κεντρο στέκει ένας θυρωρός, σ’ αυτό το θυρωρό έρχεται ένας χωρικός και ζητά να μπει μέσα. Μα ο θυρωρός λέει πως δεν μπορεί να τον αφήσει τώρα να μπει. Ο άνθρωπος συλλογιέται και ύστερα ρωτά μήπως θα μπορούσε να μπει αργότερα. «Ίσως», λέει ο θυρωρός, «τώρα όμως όχι».

Η πόρτα είναι ανοιχτή όπως πάντα και καθώς παραμερίζει ο θυρωρός, σκύβει ο άνθρωπος, για να κοιτάξει μέσα από την πόρτα. Μόλις το αντιλήφθηκε αυτό ο θυρωρός, γελά και λέει: «Αν το τραβά η όρεξή σου, δοκίμασε να μπεις, μ’ όλο που σου το απαγόρεψα. Πρόσεξε όμως: είμαι δυνατός. Και δεν είμαι παρά ο πιο κάτω απ’ όλους τους θυρωρούς. Από αίθουσα σ’ αίθουσα είναι κι άλλοι θυρωροί, ο ένας πιο δυνατός από τον άλλο. Τη θέα του τρίτου μόλις, ούτ’ εγώ μπορώ να την αντέξω». Τέτοιες δυσκολίες δεν τις περίμενε ο χωρικός. Το εμπορικό ωστόσο πρέπει να ‘ναι στον καθένα και πάντα προσιτό, σκέπτεται, και καθώς τώρα κοιτάζει προσεχτικά το θυρωρό, τυλιγμένο στο γούνινο πανωφόρι του, τη μεγάλη σουβλερή του μύτη, τη μακριά, αραιή, μαύρη, τατάρικη γενειάδα, αποφασίζει να περιμένει καλύτερα ίσαμε να πάρει την άδεια να μπει.

Ο θυρωρός τού δίνει ένα σκαμνί και τον αφήνει να καθίσει πλάι στην πόρτα. Εκεί δα κάθεται μέρες και χρόνια. Κάνει πολλές προσπάθειες να του επιτρέψουν να μπει, και κουράζει το θυρωρό με τα παρακάλια του. Ο θυρωρός τού κάνει συχνά μικρές ερωτήσεις, σαν αυτές που κάνουν οι μεγάλοι κύριοι, και στο τέλος του λέει ολοένα πως δεν μπορεί ακόμα να τον αφήσει να μπει. Ο άνθρωπος, που ήταν καλά εφοδιασμένος για το ταξίδι του, ξόδεψε τα πάντα, ακόμη κι ό,τι πολύτιμο είχε, σε δωροδοκίες για το θυρωρό. Εκείνος τα δέχεται όλα και ύστερα λέει: «Τα δέχομαι μόνο και μόνο για να μη νομίσεις πως παράλειψες τίποτα».

Όλα αυτά τα πολλά χρόνια ο άνθρωπος παρατηρεί το θυρωρό σχεδόν αδιάκοπα. Αποξεχνά τους άλλους θυρωρούς, κι αυτός ο πρώτος τού φαίνεται το μοναδικό εμπόδιο για να μπει στο εμπορικό.

Καταριέται την κακή τύχη. Τα πρώτα χρόνια  φωνάζειι δυνατά χωρίς όμως να κάνει κάτι άλλο και όσο περνάει ο καιρός και γερνάει καταλήγει να μουρμουρίζει μόνο. Τέλος, το φως λιγοστεύει και δεν ξέρει αν γύρω του αλήθεια σκοτεινιάζει, ή αν μονάχα τα μάτια του τον απατούν. Ωστόσο, αναγνωρίζει τώρα μια λάμψη μέσα στο σκοτάδι, που ξεχύνεται άσβεστη μέσα από του εμπορικού την πόρτα.

Δεν έχει πια πολλή ζωή. Πριν από το θάνατό του σμίγουν οι πείρες όλης του της ζωής σε ένα ρώτημα, που δεν είχε, κάνει ως σήμερα στο θυρωρό. Του γνέφει, γιατί δεν μπορεί πια ν’ ανασηκώσει το ξυλιασμένο του κορμί. Ο θυρωρός πρέπει να σκύψει πολύ κοντά του, γιατί το ύψος του ανθρώπου έχει πολύ αλλάξει. «Τι θες λοιπόν ακόμα να μάθεις;» ρωτά ο θυρωρός, «είσαι αχόρταγος…» «Όλοι μάχονται να μπουν στο εμπορικό κέντρο», λέει ο άνθρωπος, «πώς τυχαίνει να μη ζητά κανένας άλλος εκτός από μένα να μπει;»

Ο θυρωρός νιώθει πως ο άνθρωπος αγγίζει κιόλας στο τέλος και, για να φτάσει την ακοή του που χάνεται, ουρλιάζει: «Κανένας άλλος δε μπορούσε να γίνει δεκτός εδώ, γιατί η είσοδος ήταν για σένα προορισμένη. Πηγαίνω τώρα να την κλείσω.»

Δευτέρα 9 Σεπτεμβρίου 2019

Παρουσίαση βιβλίου Βέρνερ Χέρτζογκ Οδοιπορία στον πάγο Μόναχο - Παρίσι, 23 Νοεμβρίου - 14 Δεκεμβρίου 1974



Με αφορμή την επανακυκλοφορία του βιβλίο του Βέρνερ Χερτζογκ  «Οδοιπορία στον πάγο», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Alloglotta (μετάφραση του Γιάννη Καλιφατίδη) θα ήθελα να ξαναθυμηθούμε τον άθλο που είχε κάνει το 1974 ο σκηνοθέτης.
Στο βιβλίο, που εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1978, ο ιδιοσυγκρασιακός σκηνοθέτης καταθέτει τις εμπειρίες του από τη στιγμή που αποφάσισε το Νοέμβριο του ‘74 να διασχίσει με τα πόδια την απόσταση 774 χιλιομέτρων από το Μόναχο στο Παρίσι, για να επισκεφθεί την άρρωστη κριτικό κινηματογράφου και φίλη του Λότε Άισνερ. 
Για τον Χέρτζογκ αυτό δεν ήταν ένα τυχαίο ταξίδι αλλά η υπέρτατη απόδειξη της αφοσίωσής του, ένα ιδιότυπο προσκύνημα το οποίο πίστευε πως θα ήταν αρκετό να κρατήσει την Άισνερ στη ζωή. Ας μην ξεχνάμε πως μια κίνηση ανήκουστη για οποιονδήποτε άλλο είναι αυτονόητη για κάποιον σαν τον Χέρτζογκ. Πρόκειται για τον άνθρωπο ο οποίος λίγα χρόνια μετά θα «αναγκαζόταν» να φάει ένα παπούτσι, αποτέλεσμα της απώλειας ενός στοιχήματος, ενώ αργότερα δε θα δίσταζε να μεταφέρει ένα ατμόπλοιο πάνω σε βουνό στην ταινία – μύθο «Fitzcarraldo». Η ζωή για τον Χέρτζογκ είναι μια συνεχής μεταφυσική εμπειρία, απόλυτα αντίθετη στις συμβάσεις κι η οποία τροφοδοτείται διαρκώς από νέες, συχνά αλλόκοτες, προκλήσεις.


Αυτό αποτυπώνεται ξεκάθαρα στο «Οδοιπορικό» όταν ο Χέρτζογκ υπερασπίζεται την απόφασή του για το ταξίδι, υποστηρίζοντας πως η Άισνερ δεν πρέπει να πεθάνει γιατί «το γερμανικό σινεμά δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς αυτήν». Η τριών και πλέον εβδομάδων πεζοπορία, με μοναδικό εξοπλισμό μια τσάντα, μια πυξίδα και ένα καινούριο ζευγάρι μπότες, αντιμετωπίζεται ως ένα αναπόφευκτο χρέος του Χέρτζογκ προς την Άισνερ, την οποία ο σκηνοθέτης θαύμαζε απεριόριστα. Η 78χρονη τότε κριτικός είχε επιζήσει στρατοπέδου συγκέντρωσης κατά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, προτού αναδειχθεί σε εμβληματική φιγούρα του σινεμά ως συνιδρύτρια της Γαλλικής Ταινιοθήκης με τον Ανρί Λανγκλουά, για να εργαστεί αργότερα ως συντάκτρια του ιστορικού περιοδικού Cahiers du Cinema, την εποχή που τα κείμενά του σμίλευαν τη νουβέλ βαγκ. Ήταν τα βιβλία της όμως τα οποία την ανέδειξαν σε μια από τις επιδραστικότερες πένες της εποχής της, με χαρακτηριστικό το «Η δαιμονική οθόνη: Ο γερμανικός εξπρεσιονισμός στον κινηματογράφο» (εκδ. Αιγόκερως).

Χάρη σε αυτά μια νέα γενιά Γερμανών σκηνοθετών όπως ο Χέρτζογκ και ο Βιμ Βέντερς (ο οποίος αφιέρωσε στην Άισνερ το αριστουργηματικό «Παρίσι, Τέξας») ήρθε σε επαφή με την κινηματογραφική κληρονομιά μιας χώρας που προσπαθούσε να συμφιλιωθεί με το παρελθόν, ενώ από τη μεριά της η ίδια η Άισνερ υποστήριξε τους νεαρούς δημιουργούς όσο λίγοι συνάδελφοί της. Δεν ήταν όμως μόνο το αίσθημα του καθήκοντος που οδήγησε τον Χέρτζογκ σε ένα δρόμο με αμφίβολη επιστροφή.

Οι εικόνες που κυριαρχούν στις σελίδες βρίσκονται μίλια μακριά από τις ειδυλλιακές αφηγήσεις άλλων αντίστοιχων ταξιδιωτικών βιβλίων. Εδώ τα συναισθήματα που κυριαρχούν είναι ο αδιάκοπος πόνος (οι καινούριες μπότες δε φέρθηκαν καλά στον Χέρτζογκ), η επίμονη δυσφορία και η αποπνικτική κούραση. Πολύ συχνά οι σκέψεις του Γερμανού ταξιδιώτη μοιάζουν με παραληρήματα, ενώ ο ίδιος περιγράφει καταστάσεις στις οποίες αντιμετωπίζεται σαν αγρίμι από την αστυνομία. Μέσα σε όλα, ο Χέρτζογκ χρειάστηκε να επιβιώσει διαδοχικών καταιγίδων ευρισκόμενος εν κινήσει και δίχως να γνωρίζει εάν η Άισνερ είναι ακόμα ζωντανή. Προσωπικά, βρίσκω ακόμα αδιανόητο πώς η ματαιότητα, η απόγνωση και η μοναξιά δεν οδήγησαν τον Χέρτζογκ στο πρώτο λεωφορείο.

Η απάντηση για αυτά είναι απλή και εντοπίζεται στις ταινίες του σκηνοθέτη. Οι χαρακτήρες του ουδέποτε επιλέγουν τον εύκολο δρόμο και συνήθως κοντράρονται με το απόλυτο κυνηγώντας την περιπέτεια. Οι στόχοι τους μοιάζουν αδύνατοι, για αυτό αφιερώνονται σε αυτούς ολόψυχα αδιαφορώντας για τις επιπτώσεις. Ο μόχθος, η πυρετώδης ατμόσφαιρα και η ρευστή ισορροπία ανάμεσα στην πραγματικότητα και το όνειρο είναι κυρίαρχα συστατικά στο γεμάτο χειροπιαστές εικόνες σινεμά του Χέρτζογκ. Πρόκειται για στοιχεία που βίωσε στο κορμί του ταξιδεύοντας από το Μόναχο στο Παρίσι.
Έτσι η φράση του «Τα βιβλία που έχω γράψει είναι ίσως πιο κοντά στην ουσία μου από ότι οι ταινίες και πιστεύω ειλικρινά πως θα “ζήσουν” περισσότερο από αυτές» που μας εκμυστηρεύτηκε  ο Βέρνερ Χέρτζογκ όταν επισκέφθηκε την Αθήνα τον περασμένο Απρίλιο καλεσμένος του Ιδρύματος Ωνάση βρίσκει στο βιβλίο την επαλήθευσή της. 
Διότι εάν στις ταινίες του Χέρτζογκ βλέπουμε μια αντανάκλαση της φαντασίας και των συναισθημάτων του, στο «Οδοιπορικό» γίνεται ξεκάθαρο πως η στάση του απέναντι στη ζωή διέφερε ελάχιστα από αυτήν των ηρώων του. Παθιασμένοι, πεισματάρηδες και αποφασισμένοι να πραγματοποιήσουν τις επιθυμίες τους, υπερβαίνουν την ύπαρξη και ανοίγουν μια άλλη διάσταση στη συμβατική εμπειρία. Επομένως το «Οδοιπορικό» δεν είναι το τυπικό ταξιδιωτικό βιβλίο, καθώς έχει γραφτεί από χέρια που έτρεμαν από την κούραση, αγνοώντας εάν θα έχουν στέγη το επόμενο βράδυ. Ο Χέρτζογκ γίνεται ένα με το άλγος της οδύσσειας που ο ίδιος επέλεξε για τον εαυτό του και ενδόμυχα ίσως να το απολαμβάνει.

Εάν τώρα αναρωτιέστε τι συνέβη στην Αίσνερ, η κριτικός ευτύχισε να ζήσει για ακόμα εννέα χρόνια. Έτσι από ότι φαίνεται το «οδοιπορικό στον πάγο» πέτυχε το σκοπό του…

Ραδιοφωνικά Αφιερώματα στον Νίκο Αλέξη Ασλάνογλου

Παρακάτω μάζεψα σε μια ανάρτηση τρείς Ραδιοφωνικές εκπομπές του Γιώργου Χρονά και μια του Θάνου Σταθόπουλου αφιερωμένες στον Νικο Αλέξη Ασλά...